Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Ο αγροφύλακας.


Ο Γρηγόρης ήταν ο αγροφύλακας του χωριού. Τον θυμάμαι σαν να ήταν χθες αν κι έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πάνω από πενήντα. Όλη τη μέρα να γυρίζει στα βουνά και τις ρεματιές να περιπολεί και να ελέγχει την επικράτειά του. Ήταν από τους λίγους τυχερούς που καταφέρνουν στην ζωή τους να κάνουν επάγγελμα εκείνο που τους αρέσει να κάνουν. Το χόμπι τους. Σ' αυτόν άρεσε από τότε που ήταν παιδί μικρό να γυρίζει έξω στα χωράφια, να χαζεύει τα πουλιά και τις φωλιές τους, να κάθεται επί ώρες να τ' αφουγκράζεται να κελαηδούν και να τα ξεχωρίζει ένα ένα από την λαλιά και τα χρώματά τους.
Δεν προλάβαινε να γυρίσει από το σχολειό και πέταγε την σάκα που του είχε υφάνει η μάνα του και έπαιρνε τους δρόμους. Πολλές φορές η μάννα του τον κυνηγούσε με το πιάτο το φαγητό στο χέρι για να τον κάνει να βάλει κάτι στο στόμα του. Και γυρνούσε πίσω στο σπίτι όταν πια είχε νυχτώσει για τα καλά και δεν μπορούσε να μείνει άλλο έξω. Κατάφερε όμως και τελείωσε το Δημοτικό. Και στο Γυμνάσιο πήγε με χαρά. Γιατί το πιο κοντινό Γυμνάσιο στο χωριό μας ήταν δυο ώρες απόσταση με τα πόδια και έτσι αυτός που δεν περπατούσε ποτέ του σε ίσιο δρόμο, παρά διάλεγε τα μονοπάτια τα λιγότερα περπατημένα και έρημα, θα μπορούσε να χαζεύει περισσότερη ώρα έξω. Η μάννα του η ταλαίπωρη που τον μεγάλωνε μοναχή της με βάσανα και με θυσίες, με μεροκάματα στα χωράφια έκανε ότι μπορούσε γι αυτόν. Στο τέλος όμως αυτός παρ' όλα αυτά, κατάφερε και πήρε και το απολυτήριο του Γυμνασίου. Γιατί ήταν έξυπνος. Εκείνα τα χρόνια λίγοι κατάφερναν να τελειώσουν το Γυμνάσιο. Κι ένας μπάρμπας του Γρηγόρη προσφέρθηκε να τον πάρει μαζί του στην Αθήνα, να μπει να δουλέψει στο μαγαζί του, ακόμη και να σπουδάσει αν ήθελε.
Αυτός όμως δεν ήθελε ν' ακούσει κουβέντα. Ήθελε να μείνει στο χωριό που αγαπούσε, κοντά στην φύση που λάτρευε και την μάννα του που τον μεγάλωσε και δεν είχε άλλον. Τέλειωσε και το στρατιωτικό του και γύρισε πίσω στο χωριό. Απέφευγε ακόμη και πηγαίνει στα Χανιά. Δεν την μπορούσε την πόλη. Αν είχε καμιά δουλειά στην πρωτεύουσα, και μπορούσε να την κάνει με παραγγελιά από το χωριό έχει καλώς. Αλλιώς η δουλειά δεν θα γινόταν ποτέ. Έκανε μεροκάματα στο χωριό, όποτε έβρισκε, πότε σε χτισίματα, πότε έσκαβε αμπέλια, πότε βοηθούσε στο μάζεμα της ελιάς. Ήταν εύσωμος, δυνατός και δουλευταράς. Μπορούσε να κάνει τα πάντα, αρκεί νάτανε κοντά ή γύρω από το χωριό. Και οι χωριανοί που είχαν ανάγκη από κάποιον πάντα τον προτιμούσαν. Γιατί ήταν πάντα του σοβαρός και μετρημένος. Και έτσι πάντα είχε δουλειά και μπορούσε τώρα να ξεκουράζει και την μάννα του που είχε περάσει τόσα και τόσα για να τον μεγαλώσει από τότε που ο πατέρας του είχε χαθεί στην Αλβανία στον πόλεμο.
Θάτανε καμιά 25αριά χρονών ο Γρηγόρης όταν παρουσιάστηκε η θέση του αγροφύλακα στο χωριό. Δεν ήταν σπουδαία θέση, αλλά αυτός, που θα μπορούσε νάχε βρει πολύ καλύτερη, την επεδίωξε με επιμονή και κατάφερε να την πάρει. Γιατί αυτό ήταν που του άρεσε να κάνει. Όλη την μέρα να γυρνά έξω κοντά στην φύση. Αν πληρωνόταν κι' όλας γιαυτό που έκανε ακόμα καλύτερα.
Και τώρα τον βλέπουμε να γυρνάει όλη μέρα, με την στολή του την ταλαιπωρημένη, με το σακίδιο στην πλάτη και με τα κιάλια κρεμασμένα στον λαιμό του. Διάλεγε σημεία ψηλά για να καθίσει να ξαποστάσει από τον δρόμο, σημεία απ' όπου θα μπορούσε να επιβλέπει και να παρακολουθεί τι γίνεται. Και πάντα ήξερε τι γινόταν. Οι βοσκοί που έκαναν αγροζημίες με τα κοπάδια τους τόξεραν πως δεν θα ξεφύγουν εύκολα από το μάτι του. Ήταν δίκαιος όμως. Και του το αναγνώριζαν αυτό. Τον εκτιμούσαν για την κρίση του. Όταν ξέφευγε το κοπάδι κάποιου και έκανε ζημιά στα σπαρτά ή στο αμπέλι κάποιου άλλου χωριανού, αυτός ήξερε ποιος είχε κάνει την ζημιά. Ξεκινούσε και έβρισκε τον φταίχτη. Καθόντουσαν μαζί, κάπνιζαν κανένα τσιγάρο, μιλάγανε για τις οικογένειές τους και μετά άρχιζε ο φταίχτης να του λέει για το πως μια γίδα χάλασε το φράχτη και κατάφερε όλο το κοπάδι να πάει στο διπλανό αμπέλι και να το ρημάξει πάνω που πέταγε τους πρώτους βλαστούς. Κι αν μπορούσε ο Γρηγόρης να περάσει από το αμπέλι για να εκτιμήσει την ζημιά και να πληρώσει την αξία της ο φταίχτης στον παθόντα. Καμιά φορά πάλι, αν βρισκόταν κάποιος που αμφισβητούσε την κρίση του, ο Γρηγόρης όριζε τρεις χωριανούς σαν εκτιμητές και αυτοί καθόριζαν την αποζημίωση για την ζημιά. Έτσι ελάχιστες υποθέσεις έφταναν στο αγρονομείο.
Στο χωριό μέσα δεν τον βλέπαμε συχνά. Ξέραμε πως όταν δεν γυρνούσε έξω, ξεκουραζόταν και έκανε λίγη παρέα στην μάννα του. Καμιά φορά, όταν την νύχτα βλέπαμε φωτιά ν' ανάβει ψηλά στην Μαδάρα, ξέραμε πως είναι ο Γρηγόρης που νυχτώθηκε εκεί πάνω και προσπαθεί να ζεσταθεί λίγο. Τα καλοκαίρια όμως τον βλέπαμε πιο συχνά. Γιατί πέρναγε από την βρύση του χωριού τα μεσημέρια να πάρει νερό και να δροσιστεί λίγο και να μας προειδοποιήσει εμάς τα παιδιά, πως γνωρίζει για τις επιδρομές μας στα περιβόλια και τα μποστάνια των συχωριανών μας.
Και οι κοπελιές που ερχόντουσαν να κουβαλήσουν νερό από την βρύση, όλο και έριχναν κοκκινίζοντας κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Γιατί ήταν όμορφος και λεβέντης. Και στα πανηγύρια χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκωνόντουσαν όλες για να χορέψουν μαζί του.
Περάσανε μερικά χρόνια, ο Γρηγόρης δεν φαινόταν να έχει άλλα ενδιαφέροντα από την φύση, την δουλειά του και την μάννα του που την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Δεν έδειχνε ακόμη να νοιάζεται για κοπελιές και για παντρειά. Όσα προξενιά και να του κάνανε και από το χωριό και από τα διπλανά χωριά αυτός διπλωματικά τα απέρριπτε χωρίς να θίγει ή να προσβάλει τον προξενητή ή τις κοπελιές που του πρότειναν.
Ξαφνικά, ένα καλοκαίρι, οι επισκέψεις του στο χωριό και την βρύση άρχισαν ν' αραιώνουν. Ακόμη και οι επισκέψεις στην μάννα του ήταν σύντομες. Ίσα ίσα για να φάει δυο μπουκιές φαγητό και να πάρει πάλι τους δρόμους. Σπάνια έμενε το βράδυ στης μάνας του και πολλές φορές έκανε ολόκληρη βδομάδα να φανεί για να πλυθεί και να φάει βιαστικά λίγο.
Αυτός που πάντα ήταν γελαστός και ομιλητικός και χαιρετούσε όλον τον κόσμο, σε προσπερνούσε τώρα στον δρόμο σαν να μην σε είχε δει. Το βλέμμα του δεν εστίαζε κάπου. Έμοιαζε σαν χαμένος σ' έναν κόσμο δικό του. Αν τον παρατηρούσες πιο προσεκτικά, έβλεπες πως είχε αδυνατίσει και λιώσει. Είχε γίνει η σκιά του παλιού του εαυτού. Τα ρούχα του είχαν κουρελιαστεί πάνω του. Φαινόταν σαν να ονειροβατεί όλη την ώρα, να γυρνά άσκοπα χωρίς προορισμό. Χωρίς να ξέρει ή να νοιάζεται που πηγαίνει. Η μάννα του ανησύχησε που έκανε μέρες να φανεί και άρχισε να πιάνει τους συγγενείς, τους γείτονες τους φίλους του να μάθει τι του συμβαίνει. Μέχρι και τον παπά άρχισε να παρακαλεί να διαβάσει καμιά ευχή να τον φέρει στα σύγκαλά του. Κανείς όμως δεν μπορούσε να της πει τίποτα. Κανείς δεν μπόρεσε να την βοηθήσει.
Ώσπου ο Γρηγόρης χάθηκε για πάντα. Δεν ξαναφάνηκε στο χωριό. Κανείς δεν τον ξανάδε πια ούτε ξανακούστηκε τίποτα γι αυτόν. Βδομάδες ολόκληρες τον έψαχναν οι χωριανοί στην περιοχή που κάποιος είπε πως τον είχε δει τελευταία φορά. Σε μια ρεματιά σαν κάτι να ψάχνει δίπλα στο μικρό ρυάκι ανάμεσα στα ψηλά πλατάνια. Ένας ένας οι χωριανοί κουράστηκαν και παράτησαν το ψάξιμο. Και γύρισε καθένας στο σπίτι του και στις δουλειές του. Μόνο η μάννα του φαινόταν ν' αντέχει λίγο ακόμη. Να θρηνεί και να μοιρολογά για τον χαμό του γυιού της. Και να καταριέται με λέξεις που σ' έκαναν ν' ανατριχιάζεις τον αίτιο του χαμού. Στο τέλος σταμάτησε ν' ακούγεται κι αυτή. Και την άλλη μέρα ένας γείτονας την βρήκε παγωμένη και ακίνητη κατάχαμα από την εξάντληση. Και την γάτα της καθισμένη δίπλα της να θρηνεί με την σειρά της.
Λένε πολλές ιστορίες για τον Γρηγόρη και τον ξαφνικό χαμό του ακόμη στο χωριό. Τα βράδια του χειμώνα που μαζεύονται οι γεροντότεροι δίπλα στην φωτιά κι αποσπερίζουν, όλο και κάποιος θα τον θυμηθεί. Λένε πολλά. Κάνουνε εικασίες και καθένας που τον είχε γνωρίσει, προσπαθεί να δώσει την εξήγησή του. Όλοι όμως αποφεύγουν να πουν εκείνο που όλοι γνωρίζουν πως συνέβη. Γιατί και άλλα παληκάρια είχανε χαθεί παλιότερα έτσι ξαφνικά και μ' αυτόν τον τρόπο. Δεν λένε πως εκεί στην ρεματιά που τον είχανε δεί για τελευταία φορά να ψάχνει ανάμεσα στα πλατάνια, είναι ο τόπος που συχνάζουν οι νεράιδες και τα ξωτικά. Πως μέρα μεσημέρι που ο καυτός καλοκαιρινός ήλιος μεσουρανούσε ο Γρηγόρης είχε ξαπλώσει στον ίσκιο να δροσιστεί και να ξαποστάσει, πως η νεράιδα τον είδε και τον ερωτεύτηκε. Δεν λένε πως η νεράιδα τον σαγήνεψε και τούκλεψε την καρδιά και τα μυαλά. Και πως αυτός όσο χανόταν και εξαφανιζόταν, βρισκόταν μαζί της. Κι όταν δεν την συναντούσε την έψαχνε. Ώσπου στο τέλος τον πήρε μαζί της στον κόσμο της.
Ακόμη και τώρα, όταν πιάνει στο χωριό η νοτιά που σηκώνει τις στέγες και τα κεραμίδια των σπιτιών, ο άνεμος μεταφέρει τα μοιρολόγια της μάνας του Γρηγόρη. Όλο το χωριό ακούει ακόμη τους θρήνους της για το χαμό του και τις κατάρες της για κείνον που φταίει.
Κωστής
Μάης 2011






Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Οι αλαφροΐσκιωτοι


Ο Σήφης περπατούσε στη μέση του δρόμου, και κάθε λίγο και λιγάκι έφερνε το αριστερό του χέρι στο μέτωπό του για να σκουπίζει με το μανίκι του όσο μπορούσε το νερό της βροχής που του τύφλωνε τα μάτια.
Όσο και να προσπαθούσε όμως, δεν τα κατάφερνε να διακρίνει τον δρόμο. Πιο πολύ τον βοηθούσε να καταλαβαίνει που βρισκόταν, η κατσούνα, το ραβδί, που κράταγε στο δεξί του χέρι. Χτυπώντας την κάτω, καταλάβαινε πως ακόμη βρισκότανε πάνω στον δρόμο που δεν έβλεπε.
Η βροχή δεν ήταν και το μοναδικό του πρόβλημα. Κόντευαν μεσάνυχτα, η νύχτα ήταν μεγάλη σκοτεινή και κρύα σαν όλες τις νύχτες του χειμώνα, εκεί προς το τέλος του Γενάρη και περπατούσε συνεχώς μέσα στην βροχή πάνω από 5 ώρες απόψε. Το μόνο πράγμα που τούδινε κουράγιο για να συνεχίζει το περπάτημα, ήταν πως η ταλαιπωρία κόντευε πια να φτάσει στο τέλος της. Τού 'μενε δεν τού 'μενε μισή ώρα δρόμος ακόμη. Και μετά θα βρισκότανε στην ζεστή αγκαλιά της γυναίκας του.
Κανονικά, δεν θάπρεπε να ξεκινήσει να πάει να την βρεί απόψε. Αλλά ήταν βλέπεις νιόπαντρος, δεν είχε έξη μήνες παντρεμένος, και έλειπε μακρυά της περισσότερο από δεκαπέντε μέρες τώρα. Και του είχε λείψει.
Είχανε ξεκινήσει το ταξίδι τους με τον ανιψιό του τον Θοδωρή, όπως κάνανε πάντα μαζί, πριν από μια δεκαπενταριά μέρες. Ο Θοδωρής ήταν ανιψιός του, γυιός της πρώτης του ξαδέρφης, αλλά ήταν πιο πολύ φίλος, σύντροφος και κολλητός χρόνια τώρα στα ταξίδια του. Δεν ήταν δα και μεγάλη η διαφορά στην ηλικία τους. Δυο-τρία μόνο χρόνια τους χώριζαν.
Μαζί ξεκινούσανε από το χωριό τους εκεί ψηλά στα χωριά του ορεινού Αποκόρωνα, στις Μαδάρες, κάθε δυο – τρεις μήνες περίπου, και με τα πόδια περνούσαν στα χωριά του Ρεθύμνου και συνέχιζαν νότια, έμπαιναν στα χωριά του Ηρακλείου, και κατέβαιναν στον κάμπο της Μεσσαράς. Ζωέμποροι ήταν και αγοράζανε ότι ζώα έβρισκαν στα χωριά για πούλημα. Και πάλι με τα πόδια, οδηγώντας τα ζώα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής προς τα Χανιά, να τα πουλήσουν στους χασάπηδες της αγοράς.
Καμιά φορά που τα ζώα ήταν περισσότερα απ' όσα μπορούσαν να κουμαντάρουν οι δυο τους, έπαιρναν και κάποιο ακόμη βοηθό από τα χωριά που έκαναν τις αγορές για να τους συνοδεύσει μια δυο μέρες και ειδοποιούσαν και κατέβαινε από το χωριό και ο Μανούσος και τους συναντούσε κάπου στα μισά του δρόμου. Εκείνα βλέπεις τα χρόνια, λίγο πριν από τον τελευταίο πόλεμο με τους Γερμανούς, οι δρόμοι δεν ήταν και αρκετά ασφαλείς. Υπήρχαν μέρη στην διαδρομή που θάπρεπε ν' ακολουθήσουν, αρκετά επικίνδυνα. Και είχαν κατά καιρούς ακουστεί διάφορες ιστορίες για κλοπές και ληστείες σε μοναχικούς ταξιδιώτες. Αυτοί βέβαια είχαν τα πιστόλια τους πάντα στην μέση και τα μαχαίρια τους αν παρουσιαζόταν ανάγκη να υπερασπιστούν τον κόπο τους, αλλά και πάλι έπρεπε να προσέχουν και να μην δίνουν αφορμές.
Ετούτο το τελευταίο ταξίδι όμως τους είχε πάει καλά. Έκαναν καλές αγορές, τα ζώα πουλήθηκαν σε καλές τιμές στο παζάρι των Χανίων και ήταν ευχαριστημένοι. Αν εξαιρέσεις τον καιρό βέβαια. Γιατί όλες τις μέρες που βρισκόντουσαν στον δρόμο η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει ούτε για μισή ώρα. Ομπρέλες δεν είχαν και αν είχαν θα ήταν μάλλον εμπόδιο στην δουλειά τους παρά προστασίααπο την βροχή. Έτσι κι αλλιώς θάχαν γίνει κουρέλια όπως περπατούσαν ανάμεσα στα κλαδιά. Μόνο τα βράδια ζεσταινόντουσαν και στέγνωναν πάνω τους τα ρούχα τους καθισμένοι κοντά στην φωτιά στα σπίτια που τους φιλοξενούσαν. Για να ξαναμουσκευτούν πάλι την άλλη μέρα μόλις ξανάμπαιναν στο δρόμο.
Από την πρώτη μέρα που βρεθήκανε στο δρόμο, τα λίγα κριθαρένια παξιμάδια που κουβαλούσαν στο σακούλι τους για να κολατσίζουν, είχαν μουσκευτεί και είχαν γίνει σαν λάσπη από την βροχή που κόλλαγε πάνω τους. Τα πέταξαν μαζί με μερικές ελιές και λίγο τυρί που κι αυτά δεν τρωγόντουσαν.
Τώρα ο Σήφης πιο πολύ αισθανόταν παρά έβλεπε πως περπατούσε στην μέση του δρόμου. Η επιθυμία του να βρεθεί όσο γίνεται πιο σύντομα ξανά κοντά στην γυναίκα του, τον έκανε να παρατήσει τον Θοδωρή στα Χανιά, και να ξεκινήσει μοναχός του το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι του, στο χωριό, καμιά 35αριά χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης. Είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν ξεκίνησε. Και περπατούσε συνέχεια πάνω στον πρώτο δρόμο που είχε χαραχτεί και στρωθεί γι' αυτοκίνητα στην Κρήτη. Τον δρόμο που συνδέει τα Χανιά με το Ηράκλειο. Τον προτίμησε γιατί μπορεί να ήταν λίγο μακρύτερος αλλά ήταν πιο ίσιος και βατός από τα παλιά μονοπάτια που χρησιμοποιούσαν συνήθως όταν ταξίδευαν με το πόδια. Πέρασε τις Καλύβες, τους Αρμένους, το Νιο Χωριό και άρχισε ν' ανηφορίζει προς το χωριό του στις ρίζες των Λευκών Ορέων. Πουθενά δεν συνάντησε ψυχή, μόνο κάπου κάπου άκουγε το νυσταγμένο γάβγισμα κάποιο σκύλου που γάβγιζε πιο πολύ για να δικαιολογήσει το ξεροκόμματο που του έδιναν καθημερινά, παρά από διάθεση να παρατήσει την γωνιά που είχε αράξει για να βγάλει την παγωμένη νύχτα και ν' ασχοληθεί με τον νυχτερινό διαβάτη.
Πέρασε ο Σήφης το χωριουδάκι με τα πέντε έξη σπίτια που τότε ξέρανε σαν “του Μπαμπαλή το Χάνι” και τώρα σαν Αγίους Πάντες από την εκκλησία του χωριού, και συνέχιζε βιαστικά και όπως μπορούσε για το χωριό του. Λίγο πιο κάτω, μόλις πέρασε την διασταύρωση για τα πιο ορεινά χωριά, όπως πλησίαζε το μέρος που ξέρομε σαν “Λουτρό” όπου είναι πολλές πηγές νερού και πλατάνια ψηλά και το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής δίπλα από το δρόμο, ακούει ξαφνικά την λύρα να παίζει με όρεξη σκοπούς χορευτικούς της Κρήτης και της περιοχής των Χανιών. Απόρησε για το ποιός βρίσκει την όρεξη να γλεντά και να χορεύει με τέτοιον καιρό και τέτοια ώρα. Συνέχισε τον δρόμο του και όσο πλησίαζε στην εκκλησία, τόσο πιο δυνατά και ζωηρά ακουγόταν να παίζει η λύρα. Η εκκλησία φαίνεται από το δρόμο, είναι δεν είναι σε 20 μέτρα απόσταση, και λίγο πιο χαμηλά. Μπροστά έχει μια μικρή αυλή και ένα στενό σκέπαστρο πάνω από την πόρτα. Λίγο πιο χαμηλά όμως από την μικρή αυλή της εκκλησίας, υπάρχει ο ανοιχτός χώρος με τις πηγές και τα πλατάνια γύρω γύρω. Μα τώρα το ίσιωμα δεν ήταν άδειο.
Γύρω από μια μεγάλη φωτιά που οι φλόγες της έφταναν ίσαμε δυο μπόγια ύψος, χόρευαν ξέφρενα στις μελωδίες της λύρας, ίσαμε 20 πανέμορφες ασπροντυμένες νύφες. Φαινόταν σαν να πετούσαν. Τα πόδια τους δεν ακουμπούσαν στο έδαφος, έμοιαζαν να αιωρούνται στον αέρα. Οι φλόγες από την φωτιά φώτιζαν τα πάντα γύρω γύρω. Ένα αφύσικο και απόκοσμο φως τα έλουζε όλα. Δένδρα, νερά, κλαδιά, τον περίγυρο του ξωκλησιού. Όσο πλησίαζε ο Σήφης, τόσο πιο άγρια και πιο μελωδική γινότανε η φωνή της λύρας. Τόσο πιο πολύ τον καλούσε να μπεί στο χορό.
Κούνησε λιγάκι το μουσκεμένο από την βροχή κεφάλι του, κάποια στιγμή σκέφτηκε πως τον πήρε ο ύπνος από την κούραση και την ταλαιπωρία που περνούσε, πως ονειρευόταν όρθιος μέσα στην βροχή, κάπου ξεθόλωσε λίγο το μυαλό του και άρχισε να κατεβαίνει τα δυο τρία σκαλιά και να πηγαίνει προς την πόρτα της εκκλησίας. Μπήκε μέσα, άναψε ένα κερί, έκαμε τον σταυρό του και μετά, ακούμπησε στον τοίχο δίπλα στην πόρτα, προφυλαγμένος από την βροχή που έπεφτε συνέχεια και άναψε ένα τσιγάρο που είχε ακόμη στεγνό πάνω του.
Μέχρι εκείνη την στιγμή, οι χορεύτριες δεν είχαν δείξει να έχουν αντιληφθεί την παρουσία του. Ο χορός τους όμως, όπως και ο ήχος της λύρας, είχε αρχίσει να γίνεται πιο ζωηρός και προκλητικός. Η μελωδία ακουγόταν σαν να τον προσκαλούσε να μπει κι αυτός στον κύκλο που είχαν φτιάξει οι γυναίκες. Και τα πέπλα που φορούσαν σαν ν' άρχιζαν κι αυτά να διαλύονται σιγά σιγά.. και ένα ένα να τα παίρνει ο άνεμος από πάνω τους. Τα μάτια τους, που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν αδιάφορα, άρχισαν να τον κοιτάζουν προκλητικά και τα αέρινα κορμιά τους λικνιζόντουσαν στα τσακίσματα του χορού και τον καλούσαν κοντά τους.
Ξέχασε την κούρασή του, τα πόδια του άρχισαν από μόνα τους ν' ακολουθούν τους σκοπούς της λύρας και μαγεμένος άρχισε να βαδίζει προς το μέρος τους, να μπει κι αυτός στον χορό τους, να γίνει ένα μ' αυτές. Μόλις όμως βγήκε από την προστασία του στεγάστρου που ήταν πάνω από την πόρτα της εκκλησίας και τον χτύπησε ξανά η παγωμένη βροχή στο πρόσωπο, συνήλθε για λίγο και πισωστάθηκε. Στη στιγμή πέρασαν από το μυαλό του οι ιστορίες που είχε ακούσει από μικρός, για νεράιδες και ξωτικά που σε ξελογιάζουν, που σου παίρνουνε το μυαλό και τη λαλιά και στο τέλος σ' αφήνουν να γυρίζεις στους δρόμους με το βλέμμα και το μυαλό άδεια και σε κάνουν να τυραννιέσαι μια ζωή και να περιπλανάσαι χωρίς σκοπό.
Κατάφερε να συγκρατηθεί. Με όλη του την δύναμη. Και σιγά σιγά να σύρει τα πόδια του που ξαφνικά είχαν γίνει βαριά σαν μολύβι, πίσω στο δρόμο και να συνεχίσει να αποτελειώσει τα δυο τρία χιλιόμετρα που του απέμεναν μέχρι το σπίτι του. Μα η μουσική και ο ήχος της λύρας συνέχιζαν να τον βασανίζουν ακόμη πιο γλυκερά και προκλητικά μέχρι τη στιγμή που σφάλισε την πόρτα του σπιτιού του πίσω του.
Δεν είχε διαβάσει και δεν ήξερε την ιστορία του Οδυσσέα και των Σειρήνων. Ο Οδυσσέας είχε καταφέρει να τις ξεπεράσει όντας δεμένος στο μεσιανό κατάρτι του πλεούμενού του. Αυτός βρήκε από μόνος του την δύναμη να σύρει τα βαριά πόδια του μακρυά τους.
Ο Θοδωρής εν τω μεταξύ που είχε ξεμείνει στα Χανιά για να γλιτώσει λίγο από την βροχή και την ταλαιπωρία, βρήκε αργότερα κάποιον κοντοχωριανό που βρισκόταν κι αυτός στην πόλη με το φορτηγό του, ήπιαν ένα δυο κρασιά μαζί και όταν ο άλλος ξεκίνησε να επιστρέψει στο χωριό, σκέφτηκε τον Σήφη που βάδιζε μέσα στην βροχή μοναχός. Αποφάσισε να μπει στο φορτηγό για όσο διάστημα θα μπορούσε να τον μεταφέρει ο άλλος, να κοιτάζει στο δρόμο μήπως κι ανταμώσουν τον Σήφη και τον πάρουν μαζί τους. Όμως ο Σήφης είχε φτερά στα πόδια και δεν τον πρόλαβαν. Άφησε ο φορτηγατζής τον Θοδωρή στον δρόμο, γύρω στην μισή ώρα πίσω από τον προπορευόμενο Σήφη, κι αυτός βάδιζε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με όλο το σκοτάδι και την βροχή που επικρατούσαν για να τον προλάβει και να συνεχίσουν το όποιο υπόλοιπο του δρόμου μαζί.
Δεν τον πρόλαβε όμως. Και πέρασε κι αυτός από το Λουτρό κάπου μισή ώρα αργότερα από τον Σήφη. Και είχε και αυτός την ίδια εμπειρία. Και κατάφερε και αυτός με δυσκολία ν' αποφύγει και να μην παρασυρθεί από τα ξωτικά και τις νεράιδες. Τι άλλο νάταν αυτό που είχαν δεί;
Ύστερα από κάνα δυο μέρες συναντηθήκανε ο Θοδωρής με τον Σήφη. Έπρεπε έτσι κι αλλιώς να συναντηθούν για να κάνουν τον απολογισμό και να μοιράσουν τα κέρδη του ταξιδιού. Έκατσαν στο καφενείο αμίλητοι και σκυθρωποί και οι δυο, αγριεμένοι και αποφεύγοντας να κοιτάξουν κατ' ευθείαν ο ένας τον άλλον. Έπρεπε να πιούνε τον καφέ, να καπνίσουν δυο τρία τσιγάρα ο καθένας για να γίνουν λίγο πιο ανθρώπινοι και ν' αρχίσουν ν' ανταλλάσσουν κουβέντες.
-Και πότες έφυγες από τα Χανιά απατός σου; ρώτησε τον Θοδωρή ο Σήφης.
-Απής έφυγες τουλόγου σου, ήβρηκα τον Κουνουπομιχάλη και με πήρε με το φορτηγό ως το Νιο Χωριό. Δε σε πρόλαβα όμως.
-Και από που πέρασες;
-Επήρα τον αμαξωτό δρόμο ίσαμε τις Βρύσσες.
-Και σ' απάντηξε πράμα στο δρόμο;
-Όι. Ίντα είδες εσύ πράμμα;
-Όι. Ποιόν και ίντα να δώ απούτανε πίσα σκοτίδι.
Απέφευγαν και οι δυο να διηγηθούν ο ένας στον άλλο την νυκτερινή εμπειρία τους. Φοβόντουσαν μήπως ο άλλος αντιδράσει περιπαικτικά και κοροϊδευτικά. Μήπως θεωρήσει τον άλλο φοβητσιάρη και φαντασμένο.
Με τα πολλά και ύστερα από ώρα ξαναρώτησε ο Σήφης.
-Σίγουρα δεν είδες μηδέ άκουσες πράμα;
-Σα να μου φάνηκε οντε επέρνουνα από το Λουτρό πως άκουσα λύρα να παίζει.
-Και δεν είδες πράμα άλλο;
-Σα να μου φάνηκε πως είδα και καμπόσες κοπελιές να χορεύουνε. Αλλά μη το πεις σε κιανένα. Εσύ ίντα είδες;
-Είδα τσι κι εγώ να παίζουνε λύρα και να χορεύουνε γύρου γύρου από τη φωτιά.

Κωστής.

Μάης 2011

Υ.Γ. Ο Σήφης και ο Θοδωρής (ονόματα φυσικά αλλαγμένα) υπήρξαν πρόσωπα συγγενικά μου και αγαπημένα. Την ιστορία την είχα πρωτακούσει από τρίτους γιατί και οι δυο απεύφευγαν να την αναφέρουν. Αρκετά χρόνια πίσω, λίγο πριν πεθάνουν και ο ένας και ο άλλος λίγο αργότερα, βρεθήκαμε παρέα μαζί και τους παρεκάλεσα, αν μπορούσαν να την διηγηθούν ,να την ακούσω κι εγώ από πρώτο χέρι, και πιο πολύ για χάρη άλλου προσώπου που βρισκόταν στην παρέα μας.
Επειδή εγώ γνώριζα πως αποφεύγουν να την αναφέρουν και το σεβόμουν αυτό.
Και ο Σήφης μας έκανε τη χάρη να μας διηγηθεί την εμπειρία του.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Η σφυρίχτρα.


Η σφυρίχτρα

Στις μέρες μας καμαρώνουμε όταν δείχνομε στους ξένους που επισκέπτονται τα μέρη μας, τα παλάτια των Μινωιτών Κρητών, τη μεγαλοπρέπεια τους και τα συστήματα αποχέτευσης, τα λουτρά και τα υδραυλικά τους, όπως βέβαια έχουν αναστηλώσει τα παλάτια αυτά οι ξένοι αρχαιολόγοι, χτίζοντας πάνω στα αρχαία ερείπια.

Καμαρώνουμε περισσότερο όταν γνωρίζομε πως στα παλάτια που έχτιζαν αργότερα οι άρχοντες και οι βασιλιάδες των μεγάλων οίκων, στις πιο σύγχρονες μεγαλουπόλεις της Δυτικής Ευρώπης δεν είχαν προβλέψει πως θα χρειάζονταν χώροι υγιεινής και καθαριότητας εκτός από την λαμπρότητα και την πολυτέλεια που ήταν χαρακτηριστικά των παλατιών και των πύργων.

Βέβαια οι κυρίες της εποχής αυτής, παρ’ όλη την μεγαλοπρέπεια και την ονομαστή ομορφιά τους (και οι κύριοι) είχαν σχέση με το σαπούνι και το νερό ανάλογη με την σχέση που είχε και ο πάτερ-Χρήστος της προηγούμενης ιστορίας. Και την νύχτα κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους των κοιτώνων οι καμαριέρηδες που είχαν την τιμή να περιφέρουν τα δοχεία νυκτός για όπου υπήρχε ανάγκη και να τα αδειάζουν αργότερα από το εύοσμο περιεχόμενο τους.

Με τέτοια καλή σχέση που είχαν οι ευγενείς και οι άρχοντες εκείνης της εποχής με την καθαριότητα, δεν ήταν δυνατό παρά να ανθίσει η βιομηχανία των αρωμάτων στην Ευρώπη, μια που παρουσιαζόταν μεγάλη ζήτηση για να καλύπτονται άλλες σωματικές ευωδιές.

Μέχρι πριν από 40-50 χρόνια όμως και στα χωριά μας δεν υπήρχαν σε όλα τα σπίτια ανάλογοι χώροι με την σύγχρονη έννοια. Οι ατομικές ανάγκες εξυπηρετούντο σε κάποια φραγμένη γωνιά, με ή χωρίς λάκκο, έξω από την κύρια κατοικία, ή τέλος πάντων σε κάποια γωνιά όπου νόμιζε κανείς πως ήταν κρυμμένος από αδιάκριτα βλέμματα. Για την σωματική καθαριότητα, το μπάνιο, ας είναι καλά η σκάφη που έβαζε την μπουγάδα οι μανάδες μας και το νερό που κουβαλάγαμε από την βρύση με τον γάιδαρο.

Σήμερα, που τα πράγματα είναι πιο πολιτισμένα, και σύγχρονα μπάνια υπάρχουν και πλυντήρια αν όχι σε όλα τα σπίτια, στα περισσότερα τουλάχιστον.

Όμως για εκείνα τα χρόνια, ακούγαμε κατά καιρούς διάφορες ιστορίες, άλλοτε υπερβολικές, άλλοτε αληθινές πάντοτε όμως αστείες, σαν ανέκδοτα που μας έκαναν να γελάμε.

Λέμε σαν παράδειγμα την ιστορία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που χρειάστηκε να πάει από το χωριό στα Χανιά, ταξίδι μεγάλο εκείνα τα χρόνια και μετά την επιστροφή της στο χωριό, μας διηγότανε τα «πράματα και τα θάματα» που είδε στη Χώρα.
Πως οι γυναίκες στη Χώρα εφορούσανε, αντί για τσεμπέρια στην κεφαλή, καπέλα που μοιάζανε με «μπουμπουρισμένες χρειγιές» (λεκανίδες) και άλλα πολλά.
Και πώς ρώτησε, όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει τουαλέτα, που θα μπορούσε να πάει και όταν της υπέδειξαν τον κατάλληλο χώρο και τον επισκέφτηκε δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον χρησιμοποιήσει γιατί, όπως έλεγε «δεν το κάτεχε να λερώσει εκειδά που ήταν τόσο καθαρά που θα μπόρειε να φάει κανείς από κεια μέσα, όι να κάμει την ανάγκη του». Και πως «όντε ν εθάρρειε πως δεν την εθωρούσανε, ήβρηκε αυτή ένα γύρο και αποσιάχτηκε».

Και τραγουδούσανε οι παλιοί λυράρηδες για να πειράξουνε καμιά κοπελιά, όταν οι ώρες ήταν πια περασμένες, και είχαν έρθει και αυτοί στα κέφια, ύστερα από μερικές κούπες κρασί:

Οψές αργά τσι πότιζες τσι βιόλες του σωχώρου
Κι ήσουνε και κουκουβιστή, θαρρείς πως δε σ’ εθώρρου.

Τα προβλήματα βέβαια που παρουσίαζε αυτή η κατάσταση γινόντουσαν πιο έντονα όταν παρουσιαζόταν ανάγκη να φιλοξενηθούν σε σπίτια στο χωριό επισκέπτες ξένοι ή μουσαφίρηδες. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η προσέλευση προσκυνητών στα πανηγύρια,σε γάμους, γιορτές ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Ερχόταν κόσμος από την παραμονή να ξενυχτήσει και να προσκυνήσει στην όποια εκκλησιά γιόρταζε. Και για να γλεντήσουν και να χορέψουν βέβαια οι νέοι και οι νέες με τις κοντυλιές των λυράρηδων στα καφενεία.

Άλλες τέτοιες περιπτώσεις που μαζεύονταν πολλοί ξένοι ήταν όταν γινόταν κάποιος γάμος ή βάφτιση σε κάποιο σπίτι, και συγγενείς και φίλοι προσκεκλημένοι μαζευότανε για να τιμήσουν την περίπτωση και οι γυναίκες να βοηθήσουν στις ετοιμασίες και τις αυξημένες ανάγκες που παρουσιαζότανε στο νοικοκυριό. Οι μουσαφίρηδες και οι άνθρωποι του σπιτιού βολευότανε όπως όπως-όπως, άλλοι σε όσα κρεβάτια ήταν διαθέσιμα, άλλοι στρωμματσάδα στο πάτωμα και όσοι περισσεύανε στα δώματα και τις ταράτσες. Κανείς δεν έμενε χωρίς να τακτοποιηθεί.

Σε μια τέτοια περίπτωση, σ’ ένα πανηγύρι θαρρώ της Παναγίας στο χωριό μου, φιλοξενούσαν σε κάποιο σπίτι δυο κοπέλες από κάποιο άλλο χωριό, την μεγαλύτερη καμιά 25αριά χρονών και την ανιψιά της, 4-5 χρόνια μικρότερη. Οι κοπελιές κοιμόντουσαν μέσα στρωματσάδα, μα χρειάστηκε να φιλοξενηθεί αργότερα, στο δώμα και ο λυράρης που ήρθε κουρασμένος και ξενυχτισμένος από το γλέντι που είχε προηγηθεί.
Εκείνη την ώρα θα πρέπει να ξυπνούσαν και οι φιλοξενούμενες να ετοιμαστούν για την εκκλησία και να βοηθήσουν όσο μπορούσαν στις δουλειές του σπιτιού. Θα 'πρεπε βέβαια να επισκεφτούν και την τουαλέτα, αν υπήρχε, και αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε μια γωνιά κάτω από το δώμα που πριν από λίγο είχε ξαπλώσει ο λυράρης. Όσο και να φρόντιζαν να είναι διακριτικές και να μην κάνουν φασαρία, επειδή ορισμένα πράγματα δεν είναι εύκολο να ελεγχθούν, δεν τα κατάφεραν και ο λυράρης, μ όλη την ζάλη του, τις άκουσε.

Το ίδιο βράδυ, στο γλέντι, όπου μαζεύτηκαν όλοι, όταν είδε τις κοπελιές ο λυράρης θέλησε να τις πειράξει και άρχισε να λέει τις σημαδιακές μαντινάδες της στιγμής

Στο δώμα με κοιμίσανε αργά οψές τη νύχτα
Κι άκουσα και στον ύπνο μου την έρμη τη σφυρίχτρα.

Και συνεχίζει να τραγουδά τον πόνο του....

Δεν μ’ άφησε να κοιμηθώ, στιγμή να κλείσω μάτι
Παρά εστριφογύριζα σαν όφις στο κρεββάτι.

Οι κοπελιές ακούσανε τις μαντινάδες, κοκκινίσανε και άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους συνωμοτικά «Όφου κακορίζικα ντροπή. Άκουσέ μας τα ξημερώματα όντε νε πορίσαμε όξω». Και να απορούν συγχρόνως « Μα ποια από τις δυό μας άκουσε άραγες;».

Και ο λυράρης που τις πήρε χαμπάρι και είδε την αμηχανία τους, έρχεται να τις πειράξει κι άλλο αλλά και να τις καθησυχάσει και να λύσει την απορία τους με την επόμενη μαντινάδα.

Δεν είναι δα τόσο κακό (γ) ή προσβολή μεγάλη,
Μ’ άκουσα και μικρά σφυρέ, άκουσα και μεγάλη.


Κωστής

Μάης 2011

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Διότι δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις.


Διότι δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις..

Ο Θάνος είχε απολυθεί από το στρατό εδώ και δυο χρόνια και έψαχνε για δουλειά. Το απολυτήριο του στρατού έγραφε ειδικότητα “ημιονηγός”. Που σημαίνει πως ήταν κατάλληλος μόνο για τα μουλάρια του στρατού, σύμφωνα με τα χαρτιά. Το απολυτήριο όμως του εξαταξίου γυμνασίου το είχε πάρει με άριστα.

Ο Θάνος είχε όμως και ένα σοβαρό κουσούρι. Ήταν χαρακτηρισμένος κομμουνιστής. Από πριν ακόμη γεννηθεί. Ο πατέρας του, πάνω κάτω στην ηλικία που ήταν τώρα ο Θάνος, νιόπαντρος, με την θέλησή του η επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είχε στρατολογηθεί στον ΕΛΑΣ. Πήρε τα βουνά μαζί με άλλους συνομήλικους συχωριανούς του αφήνοντας την γυναίκα του μοναχή και έγκυο. Κυνηγημένοι από βουνό σε βουνό οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, πέρασαν, μετά την ήττα τους, τα σύνορα και βρέθηκαν στο παραπέτασμα. Αυτός κατέληξε στην Τασκένδη της Ρωσίας. Το πως ζούσε και τι έκανε εκεί δεν ήταν και πολύ σαφές. Τα γράμματα που έστελνε πίσω στην γυναίκα του και στον μικρό του γυιό που δεν είχε γνωρίσει, δεν το διευκρίνιζαν. Άσε που περνούσαν δυο φορές από λογοκρισία. Την πρώτη στον τόπο της αποστολής και την δεύτερη όταν έμπαιναν στην Ελλάδα, πριν δοθούν στους παραλήπτες. Μια φορά μάλιστα είχε στείλει και κάτι ρούβλια στην οικογένειά του. Όχι πολλά. Έφταναν δεν έφταναν για να πάρει καινούρια ρούχα ο μικρός που είχε αρχίσει να πηγαίνει στο γυμνάσιο. Η μάννα του έκανε μεροκάματα για να μπορέσει να τον μεγαλώσει, αλλά και αυτός βοηθούσε όσο μπορούσε. Μόλις δυνάμωσε λιγάκι, άρχισε να δουλεύει στον κάμπο, σκάβοντας τα μπαμπακοχώραφα.

Κάπως έτσι τελείωσε το γυμνάσιο και με τα λίγα λεφτά που είχε μαζέψει, άρχισε να φοιτά στην ιατρική σχολή της Θεσσαλονίκης, όπου είχε περάσει από τους πρώτους. Τα βράδια, δούλευε μερικές ώρες σε κάποιο φαγάδικο στην Καλαμαριά για το φαγητό του και λίγο χαρτζιλίκι. Ευτυχώς δεν πλήρωνε ενοίκιο γιατί μια θεία του, αδερφή της μάνας, του του είχε παραχωρήσει ένα δωμάτιο να κοιμάται.

Τέλειωσε το πρώτο έτος περνώντας όλα τα μαθήματα, τελείωσε και το δεύτερο και άρχισε να φοιτά στο τρίτο. Προς το τέλος του τρίτου όμως έτους άρχισαν τα προβλήματά του. Πλάκωσε τον τόπο η στρατιωτική χούντα της 21 Απριλίου και άλλαξαν πολλά πράγματα. Η ασφάλεια άρχισε να σκαλίζει παλιούς φακέλλους, να τους ενημερώνει με καινούριες πληροφορίες από αναφορές των χωροφυλάκων και τις μαρτυρίες των καλοθελητών, και να φτιάχνει καινούριους. Οι αναφορές και τα έγγραφα ήταν του τύπου:

“περί του αντεθνικώς δρώντος και εμφορουμένου υπο αναρχοκομμουνιστικών ιδεών Α.Β. Του Γ.”
και περιείχαν πληροφορίες του στύλ:

“ ούτος, προφασισθείς ότι θα μεταβεί εις την εμποροζωοπανηγυριν της Λαμίας δια να αγοράσει ημίονον, εθεάθη υπό του πληροφοριοδότου μας “Κερβέρου”, να διέρχεται άνευ αποχρώντος λόγου έξωθεν των γραφείων της Κομμουνιστικής Νεολαίας Λαμπράκη”.

Οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες. Για τον Θάνο ζητήθηκαν πληροφορίες από την στρατολογία. Και έφυγε η αναφορά: 
 
“Περί του στρατευσίμου Αθανασίου Χ. Του Ψ.”,
 
η οποία περιείχε σημαντικές πληροφορίες για το ποιόν του και την δράση του, όπως :

“.. ούτος επηρεάζεται αμέσως υπό του κομουνιστοσυμμορίτου πατρός του, ευρισκομένου εις Τασκένδην Ρωσίας. Ο πατήρ του αποστέλλει σημαντικά χρηματικά ποσά εις την ενταύθα ευρισκομένην οικογένειάν του.
...το καλοκαίρι του 1966, εις την πανήγυριν του χωρίου του, εθεάθη να χορεύει μετά της Δ.Ε., η οποία είναι ανεψιά του γνωστού κομμουνιστού Ν.Μ., όστις έχει απασχολήσει πολλάκις κατά το παρελθόν την υπηρεσίαν μας.
... κατα πληροφορίας διαβιβασθείσας υπό της ασφαλείας Θεσσαλονίκης, ούτος εργάζεται ως σερβιτόρος εις εστιατόριον όπου συχνάζουν κομμουνισταί και έτερα αντεθνικώς σκεπτόμενα άτομα..”

Συμπέρασμα: 
 
“πρόκειται περί αμετανοήτου κομμουνιστού και δέον όπως επιδειχθεί ιδιαιτέρα προσοχή κατά την αξιολόγησίν του υπό των υπηρεσιών σας”.

Τον Θάνο τον έδιωξαν από την Ιατρική Σχολή, του ακύρωσαν την αναβολή που είχε πάρει από τον στρατό για όσο χρόνο θα διαρκούσαν οι σπουδές του, και τον κάλεσαν να παρουσιαστεί αμέσως “προς στράτευσιν”. Μετά την βασική εκπαίδευση στο κέντρο εκπαίδευσης των νεοσυλλέκτων, τον έστειλαν σε ειδικό πειθαρχικό τάγμα όπου περνούσαν ειδική μεταχείριση και μαθήματα για ν' ανανήψουν και να αποβάλουν τις άρρωστες ιδέες τα μιάσματα. Υπήρχαν στο τάγμα ειδικοί στην κατήχηση, στα καψόνια και στις κλωτσιές στα πλευρά όταν οι εντολές δεν εκτελούνταν σωστά.

Περάσανε τα δυο χρόνια της στρατιωτικής θητείας και ήρθε η μέρα που ο λοχαγός τον κάλεσε να του παραδώσει το απολυτήριο και να του ευχηθεί “καλός πολίτης”, κοιτάζοντάς τον με συμπάθεια . Ο λοχαγός ήταν πάλι ειδική περίπτωση. Υπό “επιτήρησιν” και αυτός επειδή δεν είχε εκδηλωθεί εμπράκτως υπέρ της “Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως τον Ενόπλων Δυνάμεων”, του είχαν κολλήσει σαν στρείδι τον ανθυπολοχαγό του Α2, που κατέγραφε και ανέφερε κάθε του κίνηση και κουβέντα. Ακόμη και κάθε πότε φταρνιζόταν ή πήγαινε στην τουαλέτα. Ο διοικητής του τάγματος πάλι τον έβαζε, επίτηδες, καθημερινά να κάνει διαλέξεις και μαθήματα εθνικοφροσύνης στους φαντάρους.

Γύρισε στο χωριό του πάλι ο Θάνος και ξανάρχισε τα μεροκάματα στα χωράφια, περιμένοντας να βρεθεί κάτι καλύτερο. Ούτε σκέψη φυσικά μπορούσε να γίνει για την επάνοδο στην ιατρική σχολή για να συνεχίσει τις σπουδές του. Και τότε παρουσιάστηκαν μερικές κενές θέσεις και θα γινόντουσαν προσλήψεις στις υπηρεσίες που εισέπρατταν τα διόδια στην εθνική οδό που περνούσε κοντά στο χωριό του. Υπέβαλε τα δικαιολογητικά που χρειαζόντουσαν ο Θάνος και περίμενε να τον καλέσουν. Δια της “υπηρεσιακής οδού” ζητήθηκαν πληροφορίες από τις υπηρεσίες ασφαλείας για την νομιμοφροσύνη του υποψηφίου.
Ο αστυνόμος της περιοχής στον οποίο κατέληξε η αίτηση για τις πληροφορίες, έπιασε τον φάκελλο του Θάνου, τον διάβασε προσεκτικά κατέληξε πως όλα όσα του καταμαρτυρούσαν ήταν τουλάχιστον ασυναρτησίες και βλακείες, και πως δεν θα υπήρχε κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια της χώρας αν διοριζόταν εισπράκτορας των διοδίων. Και συνέταξε ευνοϊκή αναφορά. Η αναφορά υποβλήθηκε στις προϊστάμενες υπηρεσίες που θα έστελναν την ευνοϊκή απάντηση στην υπηρεσία των διοδίων, ο αστυνόμος της περιοχής έφυγε σε άδεια και ο Θάνος περίμενε τον διορισμό του.

Έλα όμως που ο διάολος έχει πολλά ποδάρια. Για την ίδια θέση ενδιαφερόταν και άλλος υποψήφιος. Εθνικόφρων αυτός δεν είχε κανένα ψεγάδι στους φακέλλους του. Από πλευράς εθνικοφροσύνης βέβαια. Γιατί κάποτε τον είχαν κατηγορήσει πως έμπαινε την νύχτα στο μπακάλικο του μπάρμπα του και του ξάφριζε το ταμείο. Όταν τελικά εξακριβώθηκε από την αστυνομία πως αυτός ήταν ο μακροχέρης, ο μπάρμπας του δεν ήθελε να κάνει μήνυση, και επειδή ήταν και “δικό μας παιδί” τα κουκούλωσαν και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αυτός είχε και έναν άλλο μπάρμπα που έμενε στην χώρα. Ο μπάρμπας αυτός πρόκοψε. Στην κατοχή ήταν μαυραγορίτης και συνεργάτης των Γερμανών. Μετά την απελευθέρωση κατηγορήθηκε για δοσιλογισμό, αλλά στο δικαστήριο δεν μπόρεσε ν' αποδειχθεί τίποτα. Ο ένας μάρτυρας κατηγορίας σάπιζε στην Μακρόνησο και ο άλλος λίγο πριν την δίκη βρέθηκε πεσμένος κάτω από ένα γκρεμό, κομμάτια. Έτσι ο μπάρμπας αυτός την γλίτωσε. Τώρα πάλι με την Χούντα είχε ξαναπάρει τα πάνω του. Ήταν στα μέσα και τα έξω. Μεγάλος παράγοντας. Τον παίρνει λοιπόν τηλέφωνο ο ανιψιός και του λέει πως κινδυνεύει να χάσει την θέση από τον Θάνο. Και ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Βρίζοντας και απειλώντας θεούς και δαίμονες εισέβαλε στα γραφεία της Διοίκησης Χωροφυλακής της Λαμίας, λέγοντας πως θα τους μεταθέσει όλους στα σύνορα επειδή στις δημόσιες θέσεις προωθούν τα μιάσματα του κομμουνισμού και παρακάμπτουν τα παιδιά των εθνικοφρόνων.

Ο διοικητής ξαναπήρε τον φάκελλο και τις αναφορές να τον μελετήσει, και ύστερα από δυο μέρες στην υπηρεσία που ήταν ανάμεσα στη Διοίκηση και τον αστυνομικό σταθμό που έλεγχε το χωριό του Θάνου, έφτασε μια απανταχούσα που έλεγε μεταξύ άλλων και τα εξής:

“..επιστρέφεται προς αναθεώρησιν η προτέρα αναφορά σας η σχετική με τον διορισμόν του Αθανασίου Χ. του Ψ.
Ο υποψήφιος δέον όπως κληθεί εις την υπηρεσίαν σας και διαπιστωθεί η έμπρακτος μεταμέλειά του, δια της ενυπογράφου αποκηρύξεως των εμφορουμένων υπ' αυτού ιδεών και των ιδεών και πράξεων του πατρός του. Ενυπογράφως δηλώσει πίστιν εις την πατρίδα, τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και τας αρχάς της Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου. Εν εναντία δε περιπτώσει, δέον όπως συνταχθεί νέα αναφορά, με τα νεώτερα στοιχεία και με αρνητικήν δια τον εν λόγω υποψήφιον εισήγησιν.
Πρέπει επίσης να ελεγχθεί πειθαρχικώς ο συντάξας την αρχικήν θετικήν εισήγησιν, δοικητής του αστυνομικού σταθμου, ήν δεν ητιολόγησε επαρκώς. Εν πάσει δε περιπτώσει πρέπει ούτος να εποπτεύεται επαρκέστερον και να παρακολουθείται διακριτικώς ίνα διαπιστωθώσιν τυχόν συμπάθειαι η επαφαί αυτού με αντεθνικά στοιχεία”.

Ο Θάνος κλήθηκε στην αστυνομία και ο διοικητής ο ίδιος του ζήτησε να υπογράψει τη δήλωση μετανοίας και μεταμέλειας που είχε έτοιμη.
Αφού την διάβασε ο Θάνος είπε στον Διοικητή :

“Κύριε διοικητά. Τον πατέρα μου δεν τον έχω γνωρίσει, μου είναι αδιάφορος και αυτός και οι πράξεις του. Δεν έχω κανένα λόγο να τον υποστηρίξω ή να τον αποκηρύξω. Η μόνη του σχέση με μένα ήταν πως μ' έσπειρε και με παράτησε σ' έναν κόσμο βάρβαρο και σκληρό. Δεν έχω καμιά επαφή μαζί του και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να μ' επηρεάσει από όπου κι αν βρίσκεται. Τα υπόλοιπα που μου καταλογίζουν είναι νομίζω αστεία. Δεν είμαι οπαδός καμιάς κοσμοθεωρίας και τα μόνα μου ενδιαφέροντα είναι να επιβιώσω και να βοηθήσω και τη μάννα μου. Συνεπώς δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσα ν' αναθεωρήσω ή ν' αποκηρύξω.”

Και αρνήθηκε να υπογράψει την δήλωση.

Την θέση του υπαλλήλου στα διόδια της εθνικής οδού, κατέλαβε ο εθνικόφρων υποψήφιος και έτσι δεν θα ετίθετο σε κίνδυνο η εθνική ασφάλεια της χώρας όπως θα γινόταν σε περίπτωση που προσελάμβαναν τον Θάνο.

Ο Θάνος συνέχισε να κάνει μεροκάματα στα μπαμπάκια.

Τον ενωμοτάρχη, πατέρα δυο ανηλίκων, διοικητή του αστυνομικού σταθμού που συνέταξε την αρχική θετική εισήγηση, η υπηρεσία τον μετέθεσε δυσμενώς “προς συνετισμόν” και καλύτερη παρακολούθηση στην φρουρά του στρατοπέδου των πολιτικών κρατουμένων στο Παρθένι της Λέρου.

Η πατρίς όμως διεσώθη από τα μιάσματα των κομμουνιστών και των συνοδοιπόρων αυτών.

Κωστής

Μαης 2011

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ο διακονιάρης.


Ο διακονιάρης.

Το χωριουδάκι το λέγανε Αρεβίτη. Από που βγαίνει τ' όνομά του και τι σημαίνει, μη με ρωτάτε. Δεν ξέρω. Πάντως έτσι το λένε ακόμη, υπάρχει σαν τοποθεσία στον χάρτη και ακόμη κατοικείται. Τρόπος του λέγειν βέβαια το κατοικείται. Τώρα στις μέρες μας πρέπει να είναι δυο με τρία σπίτια κατοικημένα. Πριν καμιά πενηνταριά χρόνια που το επισκεπτόμουν συχνά, πάλι δεν έμεναν παραπάνω από οκτώ με δέκα οικογένειες. Αν ήθελα να κάνω σύγκριση, το χωριό μου που είχε καμιά διακοσαριά σπίτια, ήταν πολιτεία ολόκληρη.

Ήταν χτισμένο πάνω στις Μαδάρες των Λευκών Ορέων της Κρήτης, αρκετά ψηλότερα από το δικό μου το χωριό. Για να πάει κανείς εκεί από το χωριό μου, έπρεπε να πάρει έναν ανηφορικό κατσικόδρομο, που σε πολλά σημεία, πάνω από χαράδρες και γκρεμούς, μόλις που χώραγε να περπατήσει ένας. Τον χειμώνα, τα πράγματα γινόντουσαν ακόμη πιο δύσκολα. Τα βράχια και οι πέτρες γλιστράγανε και τα ζώα ή οι άνθρωποι που ανεβοκατέβαιναν στις Μαδάρες έπρεπε να προσέχουν πιο πολύ να μη βρεθούν στον πάτο το γκρεμού.

Όσοι ήταν αναγκασμένοι να ζουν εκεί πάνω, ήταν κτηνοτρόφοι, είχαν κοπάδια με πρόβατα και γίδες, και μερικοί ασχολούνταν και με την μελισσοκομία. Τα βότανα στις Μαδάρες των Χανιών δίνουν το πιο ευωδιαστό μέλι. Η ζωή εκεί πάνω τώρα που υπάρχουν περισσότερες ανέσεις εξακολουθεί να είναι δύσκολη. Τώρα έχουνε και ηλεκτρικό ρεύμα και υδραγωγείο και δρόμους ν' ανεβοκατεβαίνουν αυτοκίνητα να τους εξυπηρετούνε. Φανταστείτε όμως πως ήταν τα πράγματα πριν πενήντα χρόνια. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, νερό για χρήση δική τους και να ποτίσουν τα ζώα τους έπρεπε να τραβήξουν από τις στέρνες , ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε, ούτε δρόμο για αυτοκίνητο για τις προμήθειές τους. Τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια ήταν απαραίτητα για τις δουλειές τους. Τα παιδιά που έπρεπε να πηγαίνουν στο σχολειό, έμεναν σε συγγενείς στα γύρω χωριά όσο διαρκούσε η σχολική χρονιά.

Η σκληρή ζωή είχε κάνει και τους ανθρώπους σκληρούς και ατίθασους. Όλη μέρα στα βουνά, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο ίσιος δρόμος για να περπατήσουν, με μόνη συντροφιά τους το κοπάδι και το σκύλο που το συνόδευε, σε αγριεύει. Χειμώνα καλοκαίρι στην απομόνωση από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να έχεις άλλον ν' ανταλλάξεις μια κουβέντα δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Να φεύγεις από το σπίτι σου το πρωί, αξημέρωτα με το δισάκι στην πλάτη, να έχει δυο παξιμάδια, μερικές ελιές και λίγο κρασί να περάσεις τη μέρα σου και να περιμένεις το βράδυ να καθίσεις δίπλα στην φωτιά να ζεσταθείς και να στεγνώσεις πάνω σου τα ρούχα σου και να φας ένα πιάτο ζεστό φαγητό όσο νάναι σε σκληραίνει.

Παρ' όλες τις δυσκολίες οι άνθρωποι αυτοί δεν βαρυγκομούσαν. Δεχόντουσαν την ζωή τους όπως ήτανε, παλεύανε όσο μπορούσανε και τα βγάζανε πέρα. Και δεν χάνανε ποτέ την ανθρωπιά τους και το χιούμορ τους. Σε κάθε ευκαιρία, ειδικά τις καλοκαιρινές βραδιές που μπορούσαν να κάτσουν έξω, μαζευόντουσαν κι αποσπερίζανε, πίνανε κανένα κρασί παραπάνω, ανταλλάσσανε καιμμιά κουβέντα και πειράζανε ο ένας τον άλλο. Αυτή ήταν η διασκέδαση εκεί. Σιγά σιγά όμως, τα παιδιά που μεγαλώνανε, έφευγαν και φτιάχνανε σπιτικά σε μεγαλύτερα χωριά. Να έχουνε τουλάχιστον τις στοιχειώδεις ανέσεις, ευκολότερη πρόσβαση σε σχολείο, σε γιατρό, στον κόσμο. Οι πιο μεγάλοι, πεισματάρηδες, έφευγαν μια και καλή. Όσο ζούσαν, έδιναν λίγη ζωή στα σπίτια, με τους τοίχους τους γεμάτους με τις φωτογραφίες των ξενιτεμένων. Κι όταν έφευγαν και αυτοί, έμεναν μόνο οι τοίχοι με τις φωτογραφίες.

Μικρός ανέβαινα ταχτικά εκεί. Οι δυο ώρες περίπου ο δύσκολος δρόμος που χρειαζόταν για να φτάσω, δεν με πείραζαν καθόλου. Τις πιο πολλές φορές για να μεταφέρω κάποιο μήνυμα του πατέρα μου ή κάποια παραγγελιά, αλλά και άλλες φορές πάλι για να επισκεφτώ τα ξαδέρφια που είχα εκεί και που είχαν την ίδια περίπου ηλικία με μένα, και να μείνω μερικές μέρες μαζί τους. Μου άρεσε πολύ εκεί πάνω. Μου άρεσαν οι παρέες τους τα βράδια που μαζευόντουσαν όλοι, μου άρεσαν τα χωρατά τους και τα αστεία τους. Μα πιο πολύ απ' όλα, μου άρεσε τις καλοκαιρινές νύχτες, πριν ακόμη μας πάρει ο ύπνος πάνω στην χωμάτινη σκεπή όπου μας είχε στρώσει η θειά μου για να κοιμηθούμε, να χαζεύω τ' άστρα και να προσπαθώ να τα μετρήσω. Ο ουρανός ήταν τόσο καθαρός και τα άστρα σου φαίνονταν τόσο κοντά, που θαρρούσες πως θα τ' ακουμπούσες αν άπλωνες το χέρι σου.

Εκεί πάνω λοιπόν ξέπεσε κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ο Γιάννης. Ο Γιάννης ήταν ένας ζητιάνος, διακονιάρης όπως λέγαμε στην Κρήτη. Λιγδιάρης, άπλυτος και βρώμικος γύρναγε τα χωριά εκείνα τα χρόνια ζητώντας ελεημοσύνη. Πάντα καβάλα σ' ένα γαϊδουράκι ταλαίπωρο πεινασμένο και ψωριάρικο. Πάντα απορούσα πως μπορούσε ν' αντέχει το βάρος του. Και το νοικοκυριό του Γιάννη. Που όλο κι όλο ήταν ένα τσουβάλι γεμάτο παλιόρουχα και ένα ασκί όπου μάζευε τις ελεημοσύνες. Που ήταν πάντα λιγάκι λάδι γιατί μετρητά εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν. Ο Γιάννης ζούσε με τις ελεημοσύνες, με κανένα πιάτο φαγητό όταν έβρισκε και το γαϊδουράκι με το χορταράκι που μάζευε κλεφτά στο δρόμο με τον Γιάννη στην ράχη του. Καμιά φορά το γαϊδουράκι ήταν πιο τυχερό. Αν τύχαινε να είχε κοιμηθεί ο Γιάννης αποβραδίς σε κανέναν αχυρώνα, έπαιρνε το πρωί φεύγοντας και ένα τσουβάλι άχυρα όταν δεν τον έβλεπαν. Και το γαϊδουράκι έκανε Πάσχα. Άλλες φορές όμως το γαϊδουράκι ήταν που πλήρωνε την νύφη για τον Γιάννη. Όποτε έκανε την εμφάνισή του ζητιάνος στο χωριό, όλα τα σκυλιά του χωριού, συνεννοημένα τον έπαιρναν στο κατόπι γαβγίζοντας και καταδιώκοντας τον. Αν τα κατάφερναν του άρπαζαν και κανένα πόδι ή του έσκιζαν το πανταλόνι τα πιο τολμηρά. Ήταν μυστήριο για μένα η τόση απέχθεια και το μίσος που έδειχναν όλα τα σκυλιά για τους ζητιάνους. Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω στον εαυτό μου ήταν πως τα σκυλιά ήταν έξυπνα. Τα ταΐζαμε με κανένα ξεροκόμματο ψωμί ή με τίποτα αποφάγια. Αν όμως το ξεροκόμματο ή το περισσευούμενο φαγητό το δίναμε στον ζητιάνο, τότε το σκυλί θάμενε νηστικό. Και το καταλάβαιναν αυτό τα σκυλιά. Τον Γιάννη όμως δεν τον έφταναν πάνω στον γάιδαρο για να τον αρπάξουν και έτσι την πλήρωνε ο καημένος ο γάιδαρος. Αν μάλιστα δεν προλάβαινε ή δεν μπορούσε να μοιράσει κλωτσιές.

Κάποιος λοιπόν στο χωριό μου, μίλησε στον Γιάννη και τούδειξε το δρόμο για το πλούσιο και μεγάλο χωριό. Και έτσι βρέθηκε ο Γιάννης στον Αρεβίτη ένα καλοκαιρινό βράδυ. Και έγινε το σημαντικότερο πρόσωπο στο χωριό για κείνο το βράδυ. Ευκαιρίες για διασκέδαση δεν υπήρχαν πολλές στο μικρό χωριό και τώρα που παρουσιάστηκε μια δεν θα την άφηναν να πάει χαμένη. Μαζεύτηκαν όλοι σε μιαν αυλή, οι γυναίκες έφεραν φαγητά, τυριά και κρέατα υπήρχαν πάντα στο χωριό, οι άντρες έφεραν κρασί, έτρωγαν και έπιναν όλοι, έβαλαν τον Γιάννη να τους λέει τις ιστορίες του, και αυτός αισθανόταν πως ήρθε στην γη της επαγγελίας.
Τόσο πολύ του άρεσε και τόσο πολύ τον συμπάθησαν που του έλεγαν πως δεν θα τον αφήσουν να φύγει. Θα τον κάνουν γαμπρό να μείνει εκεί στον τόπο τους να τους λέει τις ιστορίες του. Του έδειξαν μάλιστα και την νύφη. Μια μεσόκοπη νταρντάνα που καθόταν λίγο πιο πέρα συμμετέχοντας στην παρέα. (Για την ακρίβεια ήταν η γυναίκα κάποιου από την παρέα και είχε μπει κι αυτή στο παιγνίδι). Του Γιάννη του καλάρεσε και η γυναίκα έδειξε και αυτή κάποιο ενδιαφέρον. Αφού τα βρήκανε λοιπόν σκέφτηκαν πως δεν υπήρχε λόγος να περιμένουνε τον παπά να τους παντρέψει, και θα μπορούσε ο Γιάννης από απόψε να πάει να μείνει στο σπίτι της. Θάπρεπε όμως ο Γιάννης να πλυθεί λιγάκι πρώτα και να φορέσει καθαρά ρούχα. Κάποιος έφερε ένα καθαρό πανταλόνι και ένα πουκάμισο να τα φορέσει, και τον γδύσανε, τον δέσανε μ' ένα σκοινί και τον κατέβασαν μέσα σε μια στέρνα για να πλυθεί. Τον Γιάννη τον ξεχάσανε μέσα στην στέρνα. Ευτυχώς δεν είχε πολύ νερό για να πνιγεί. Ίσα ίσα που τούφτανε μέχρι τη μέση. Οι άντρες, ακόμη μεθυσμένοι έφυγαν για τις δουλειές τους το πρωί και μέχρι το βράδυ που γύρισαν δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει να βγει έξω. Μόλις τον έβγαλαν άρπαξε τα κουρέλια του και εξαφανίστηκε σέρνοντας τον γάιδαρό του.

Περάσανε κάμποσα χρόνια και μια παρέα χωριανοί μου βοσκοί οδηγούσαν το κοπάδι τους χαμηλότερα στα χειμαδιά κοντά στο Ρέθυμνο αρχές του χειμώνα. Συνάντησαν τον Γιάννη, πάλι καβάλα στο γαϊδουράκι του. Καθόταν ανάποδα, και άφηνε τον γάιδαρο να τον οδηγεί, ενώ αυτός είχε την πλάτη του γυρισμένη προς τα βουνά, προς τα χωριά μας. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάθεται έτσι χωρίς να είναι σε θέση να να βλέπει που τον οδηγεί ο γάιδαρος, αυτός απάντησε:
Δε θέλω μωρέ να θωρρώ του κερατά τη χωργιουλέ”.

Κωστής.

Μάης 2011

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Όμορφος Κόσμος.


Σήμερα είχε λαϊκή αγορά στην Γλυφάδα και η κυρία είπε να κατεβεί να ψωνίσει για να την δούν και να την θαυμάσουν. Πρωί πρωί είχε πάει στο κομμωτήριο για να φτιάξει το ξανθό μαλλί, άλλωστε ήταν καθημερινή πελάτισσα, φόρεσε και το επώνυμο μοντελάκι και μπήκε στο αυτοκίνητο που είχε για τις καθημερινές δουλειές. Όχι όποιο κι όποιο αυτοκίνητο. Ήταν Range Rover Vogue παρακαλώ. Των 5.000 κ.ε., και των 200.000 ευρώ. Κάθε γκαζιά του και πενηντάρικο (ευρώ). Όπως κάποτε λέγαμε πουφ και τάλιρο; Έτσι.
Η λαϊκή όμως είχε κίνηση και δεν υπήρχε και μεγάλη άνεση στο παρκάρισμα. Αλλά η κυρία στάθηκε τυχερή. Βρήκε μια θέση πάνω στην γωνία, παρκάρισε την μισή νταλίκα πάνω στο πεζοδρόμιο με αυξημένη κοινωνική ευαισθησία, αποκλείοντας και μπλοκάροντας το πεζοδρόμιο και την ράμπα που υπήρχε για να περνούν οι ανάπηροι. Το υπόλοιπο που περίσσευε μπλοκάριζε τους δυο δρόμους. Δεν την ένοιαζε. Ας πάνε να κόψουν τον λαιμό τους.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο, και πίσω της κατέβηκαν οι δύο Φιλιππινέζες οικιακές βοηθοί, η μία σέρνοντας με το λουρί τα δυο σκυλάκια ράτσας και η άλλη το καρότσι της λαϊκής που κι αυτό δεν ήταν σαν κι αυτά που σέρνει η πλέμπα παρά ήταν επώνυμο. Γνήσιο Luis Vuitton. Γιατί τα φασολάκια και τα κολοκυθάκια που θα κατέληγαν στην κουζίνα της δεν θα μπορούσαν να μπούνε σε κάτι κατώτερο.
Όσο διέσχιζε την λαϊκή ένιωθε τα βλέμματα να την ακολουθούν με θαυμασμό και καμάρωνε. Γιατί την αναγνώριζαν. Χρόνια εμφανιζόταν στην τηλεόραση. Από τότε που ήταν 15 χρονών ακόμη και η μάννα της την έντυνε σαν πουτανάκι και την προωθούσε. Δεν άφηνε εκπομπή για εκπομπή να μην την σύρει για να της εξασφαλίσει καριέρα. Είχε τον ρόλο της γλάστρας στη αρχή, αλλά κάθε αρχή είναι και δύσκολη. Πέρασε από σχολές μοντέλων, πέρασε από καλλιστεία, πέρασε από κυρίους μεσόκοπους αλλά στο τέλος ήρθε η δικαίωση του αγώνα.
Η καλύτερη αρπαχτή ήταν με τον νυν σύζυγο. Αυτός, ανερχόμενος επιχειρηματίας τότε, θαμπώθηκε και της έκανε πρόταση γάμου. Και αυτή είπε το ναι. Τι γάμος κι αυτός! Μέχρι και η τηλεόραση τον έδειξε σε απ' ευθείας σύνδεση. Δεν έλειπε κανείς από τους επωνύμους της τηλεόρασης. Μέχρι και υπουργοί ήταν καλεσμένοι. Εκείνοι που τους είχε υποστηρίξει οικονομικά ο σύζυγος στον προεκλογικό αγώνα. Ο σύζυγος είχε διορατικότητα. Και είχε επενδύσει σωστά. Και δικαίως είχε πανηγυρίσει περισσότερο από τους άλλους όταν η Ελλάδα ανέλαβε την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 δυο τρία χρόνια πιο πριν. Μέχρι σαμπάνιες ανοίξανε στο γραφείο. Γιατί ήξερε πως τώρα ερχόντουσαν οι ευκαιρίες για τις μεγάλες μπίζνες. Η διαδικασία του κατεπείγοντος και οι απ' ευθείας αναθέσεις των έργων, γινόντουσαν χωρίς να δίνουν μεγάλη σημασία στα ψιλά γράμματα των νόμων για τις συμβάσεις. Τα λεφτά που δανειζόταν το κράτος, μοιραζόντουσαν με τη σέσουλα σ' εκείνους που είχαν προβλέψει να υποστηρίξουν το σωστό κόμμα. Αλλά κι αυτός δεν ήταν αχάριστος. Ήξερε που έπρεπε να λαδώσει. Και δεν τσιγκουνευόταν εκεί που έπρεπε. Τι όμορφες εποχές! Πόσο άνετα μπορούσες να κάνεις την δουλειά σου!
Η εταιρεία μπήκε και στο χρηματιστήριο. Βέβαια την εποχή που μπήκε μπορεί να μην ήταν ακριβώς έτοιμη και δεν είχε τις προδιαγραφές, αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα. Αρκεί να έχεις επενδύσει σωστά στις γνωριμίες σου. Ήταν οι εποχές των παχιών αγελάδων. Όλοι έτρωγαν. Τα λεφτά του κοσμάκη βέβαια. Αφού έβγαιναν μέχρι και υπουργοί μ' εκείνο το ηλίθιο χαμόγελο στην τηλεόραση και μας έλεγαν με πόση ασφάλεια μπορούμε να επενδύσουμε στο υγιές ελληνικό χρηματιστήριο. Και ο κοσμάκης τους άκουγε και πουλούσε μέχρι και τα σπίτια του για ν' αγοράσει φούσκες. Και οι ίδιοι αυτοί οι υπουργοί-αβανταδόροι της φούσκας, βγαίνουνε τώρα ξανά στις τηλεοράσεις και δίνουν συμβουλές πώς να βγούμε από την κρίση που αυτοί προκάλεσαν. Και μας προκαλούν ακόμη.
Η εταιρεία όμως γιγαντώθηκε τότε. Εκτός από τις συμβάσεις, τις υπερτιμήσεις τις απ ευθείας αναθέσεις και τις λαμογιές, βοήθησαν και οι στρατιές των οικονομικών μεταναστών που είχαν έρθει τότε από την ανατολική Ευρώπη, από τις χώρες του σοσιαλιστικού παραδείσου που κατέρρευσε, στην γή της τότε επαγγελίας. Χιλιάδες εργατικά χέρια προσέφεραν αδήλωτη, ανασφάλιστη και αφορολόγητη εργασία. Κανείς δεν έκανε κανένα έλεγχο αν πληρωνόντουσαν ασφαλιστικές εισφορές, αν πληρωνόντουσαν φόροι. Τα έργα έπρεπε να τελειώσουν στη ώρα τους. Και ήταν τα έργα που αποτέλειωσαν την Ελλάδα. Και τώρα όλοι μαζί θρηνούμε πάνω από το λείψανό της.
Η εταιρεία όμως του συζύγου υπάρχει ακόμη. Έχει γραφεία και διεύθυνση. Το προσωπικό όμως μειώθηκε. Έγιναν απολύσεις, μειώσεις μισθών και ανακατατάξεις. Οι μηχανικοί και το υψηλόμισθο προσωπικό πήρε δρόμο γιατί δεν συνέφεραν τώρα στις δύσκολες εποχές και έμειναν κάτι λίγοι που την περισσότερη ώρα την περνούν παίζοντας πασιέντζες και ναυμαχία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο σύζυγος έδιωξε την παλιά ιδιαιτέρα γραμματέα του και πήρε μια καινούρια. Είχε τελειώσει το πολυτεχνείο. Τοπογράφος μηχανικός. Με άριστα. Αλλά την προσέλαβε σαν υπάλληλο γραφείου. Για να μπορεί να της δίνει μικρότερο μισθό και να πληρώνει μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές. Και μέσα στα καθήκοντά της είναι να συνοδεύει και το αφεντικό στα ταξίδια του για δουλειές. Τι να κάνει η κοπέλα. Είχε στραβωθεί μετά από είκοσι χρόνια στα θρανία και το διάβασμα. Εναλλακτικές λύσεις είχε την ανεργία και το να γίνει γκαρσόνα. Να σερβίρει τους ανέργους που γεμίζουν τις καφετέριες.
Τον οδηγό της Mercedes 600 τον κράτησε όμως ο σύζυγος. Είναι νέος και εχέμυθος.
Δεν τον συνέφερε να τον απολύσει γιατί ήξερε πολλά. Για νυχτερινές διαδρομές και επισκέψεις. Και μεταφορές πακέτων σε σπίτια στα βόρεια προάστια. Και τον στέλνει και καμιά φορά στο σπίτι να πάρει την κυρία να την μεταφέρει στο κέντρο, στα κοσμηματοπωλεία όπου έχει ανοιχτό λογαριασμό ή στις επώνυμες μπουτίκ γύρω από την μικρή πλατεία. Όταν η κυρία δεν έχει χρόνο να πεταχτεί μέχρι το Παρίσι ή το Μιλάνο ν' ανανεώσει την γκαρνταρόμπα της. Και καμιά φορά ο οδηγός μένει τα βράδια στο σπίτι, όταν ο σύζυγος λείπει για δουλειές και φοβάται η κυρία να μένει μόνη.
Κωστής.

Μάης 2011

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Ο πάτερ Χρήστος.


Τέλος του καλοκαιριού, αρχές του φθινοπώρου αλλά η ζέστη μας είχε τρελάνει στο χωριό. Οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ στα χωριά. Όλο και κάτι έχεις να κάνεις. Και η εποχή αυτή είναι η εποχή που μαζεύουν τα χαρούπια. Όλα τα μαζεύαμε. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Στα χωριά, ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια, οποιαδήποτε δουλειά μπορούσε να σου αποφέρει έστω κι ένα μικρό εισόδημα, δεν την άφηνες. Τα χαρούπια, για πούλημα ή για ζωοτροφές, ήταν εισόδημα ανέξοδο. Οι χαρουπιές δεν χρειάζονται καλλιέργεια, φυτρώνουν μοναχές τους, και το εισόδημα ήταν χωρίς άλλα έξοδα. Μόνο το μάζεμα χρειαζότανε.
Όλοι, μικροί μεγάλοι, βοηθούσαμε στις δουλειές. Και σε μένα που ήμουν καμιά δεκαριά χρονών τότε, είχε ανατεθεί το καθήκον της μεταφοράς των χαρουπιών από τον τόπο του μαζέματος στον τόπο της συγκέντρωσης. Εύκολη η δουλειά να κουμαντάρεις δυο γαϊδουράκια φορτωμένα. Αυτά ήταν τα μεταφορικά μέσα τότε. Η δουλειές γινόταν με τα χέρια και με την βοήθεια των ζώων. Τώρα πια δεν υπάρχουν υποζύγια στα χωριά. Τα τετράποδα εξαφανίστηκαν και τα παιδιά τα γνωρίζουν μόνο από φωτογραφίες. Τα δίποδα μετακινήθηκαν στην πρωτεύουσα, τα βλέπουμε στις τηλεοράσεις να φορούν γραβάτες, να φλυαρούν ασυνάρτητα και να κανονίζουν τις τύχες μας απ' όποιο πόστο νομίζουν πως τους ταιριάζει.
Μεσημέρι, με τον ήλιο να καίει τα πάντα από ψηλά, όπως το συνηθίζει, με το ένα φορτωμένο γαϊδουράκι να προηγείται και το άλλο ν' ακολουθεί προσπαθούσαμε να φτάσουμε στο χωριό, καμιά ώρα δρόμο περίπου. Διαλέγαμε τα σημεία του δρόμου που είχε σκιά, και προτιμούσαμε και οι τρεις τα πιο σκιερά αλλά και πιο δύσβατα μονοπάτια. Δεν κυκλοφορούσε άλλη ψυχή. Ακόμη και τα πουλιά που πρωί και βράδυ σε τρέλαιναν με τις συναυλίες τους δεν ακουγόντουσαν. Μόνο τα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο αφού έτσι κι αλλιώς αυτή είναι η δουλειά τους. Είχαμε κάνει αγκομαχώντας τον μισό δρόμο μέχρι το χωριό, όταν ξαφνικά, σ' ένα, ιδιαίτερα σκοτεινό σημείο του κακοτράχαλου μονοπατιού, το γαϊδουράκι που προπορευόταν, στυλώνει τα πόδια τρομαγμένο, κάνει μεταβολή και πέφτει πάνω στο άλλο και σε μένα που ακολουθούσαμε. Τρόμαξε και το άλλο γαϊδουράκι, τρόμαξα κι εγώ και είδα και έπαθα να τα συγκρατήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, οι σκιές ήταν αρκετά σκοτεινές σ' εκείνο το κομμάτι του δρόμου και τα μάτια θαμπωμένα από τον ήλιο πιο πριν, δεν έβλεπαν καθαρά. Λίγο πιο πίσω κατάφερα να δέσω τα ζώα σ' ένα κλαδί και πήγα μπροστά να δω τι συνέβαινε. Προσπαθούσα να καταλάβω τι είδαν τα ζώα και τρομοκρατήθηκαν. Υπέθετα πως θάταν κάποιο φίδι που τα τρόμαξε και βάδιζα προσεκτικά στο δρόμο. Είχα και ένα ραβδί έτοιμο καλού κακού. Αλλά και πάλι δεν έβλεπα τίποτα. Και τότε είδα ένα “πράγμα”, έναν ακαθόριστο σκούρο όγκο να κουνιέται λίγο στην άκρη του δρόμου. Ή μάλλον το μύρισα πρώτα.
Τα μάτια μου προσαρμόστηκαν κάπως στην σκιά και είδα κάτι να κουνιέται. Ένα σκούρο βουνό. Και κάνοντας μεταβολή, τόβαλα και γώ στα πόδια, πιο πολύ τρομαγμένος από τα γαϊδουράκια.
Τι νάναι πάλι τούτο το πράγμα; Λές νάναι κανείς καταχανάς(*) σαν εκείνους που γυρίζουν και αρπάζουν τα παιδιά που βρίσκουν μοναχά στους δρόμους και τους πίνουν το αίμα; Σαν κι αυτούς που μας φοβέριζε η θειά μας για να μη γυρνάμε στους δρόμους; Νάναι κανένα ξωτικό από εκείνα που σου παίρνουν την λαλιά..; Ένας σωρός από ρούχα κουρέλια, βρώμικα μαλλιά και γένια, σπαθιά, μαχαίρια, αλυσίδες και σιδερικά που βρώμαγε σαν χοιροστάσιο από μακρυά, σίγουρα δεν ήταν άνθρωπος. Και τι γίνεται τώρα; Τι κάνουν; Πως πάνε στο χωριό τα φορτία και πως επιστρέφουν πίσω για καινούριο αγώι. Κρυμμένος πίσω από τα γαϊδουράκια τα σκεφτόμουνα όλα αυτά, όταν μια φωνή βραχνή και απόκοσμη ακούστηκε καθόλου ενθαρρυντική :
-Σίμωσε μωρέ και πέρασε μα δε θα σε φάω.
Πλησίασα λίγο να τον δω καλύτερα, να διαπιστώσω αν το εννοούσε, αλλά προσέχοντας να έχω και ελεύθερο δρόμο πίσω μου να το ξαναβάλω στα πόδια σε περίπτωση ανάγκης.
Με ρώτησε αν είχα νερό μαζί μου επειδή διψούσε και παίρνοντας λίγο θάρρος του εξήγησα πως η βρύση του χωριού δεν ήταν μακρυά για να πάει να ξεδιψάσει και να δροσιστεί μιας και δεν είχα μαζί μου νερό. Τον παρεκάλεσα μάλιστα να μην κουνιέται, μέχρι να καταφέρω να περάσω τα ζώα. Τα κατάφερα και τα πέρασα ένα ένα και συνεχίσαμε για το χωριό. Και επιστρέψαμε για το καινούριο φορτίο από άλλο δρόμο φυσικά.
Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τον “πάτερ Χρήστο”, όπως αργότερα έμαθα ότι τον λένε. Έμεινε μέρες στο χωριό και είχαμε αρκετές ευκαιρίες να ξεφοβηθούμε και να τον παρατηρήσουμε από κοντά. Ζούσε μοναχός σε σπηλιές στα βουνά, τρώγοντας ότι έβρισκε εκεί, χόρτα, βλαστούς, ρίζες. Καμιά φορά, κατά το κέφι του, κατέβαινε σε κανένα χωριό να βρεθεί κοντά σε ανθρώπους. Ήταν, λέει, “άγιος” άνθρωπος. Φόραγε κάτι ρούχα κουρελιασμένα και βρώμικα, κάτι ξυλοπάπουτσα σκαλισμένα από κάποιο κορμό ελιάς, τα μαλλιά του ήταν πλεγμένα μακρυά και κολλημένα μεταξύ τους όπως κάποιων τζαμαϊκανών τραγουδιστών της ρέγγε, αλλά στο πολύ πιο βρώμικο, γένια μακρυά και εξ ίσου βρώμικα. Απ' ότι φαινόταν η τελευταία επαφή του με νερό και σαπούνι θα πρέπει νάταν την εποχή που τον βαφτίσανε. Όπως είπα και παραπάνω, πρώτα τον μύριζες, μετά άκουγες την φασαρία που έκανε όταν προσπαθούσε να κινηθεί και μετά τον έβλεπες. Γιατί πάνω του κουβαλούσε ότι μπορεί να φανταστεί κανείς. Όλο του το νοικοκυριό. Σιδερικά, κύπελλα, μαχαίρια μακρυά και κοντά για να σκαλίζει να βγάζει χόρτα, τενεκεδάκια, αλυσίδες, μπιτόνια άδεια και γεμάτα, άλλα πάλι που τα είχε ανοίξει γύρω γύρω και μέσα είχε βιβλία διάφορα και πολλά άλλα. Και όπως προσπαθούσε να κινηθεί αυτός ο σωρός, έκανε έναν θόρυβο διαβολικό, σαν να βρίσκεσαι σε σιδεράδικο. Και τα κατάφερνε να κινείται μέσα στο χωριό. Γιατί τα κοπρόσκυλα του χωριού που συνήθως κυνηγούν τους ζητιάνους, εξαφανιζόντουσαν τρομαγμένα κι αυτά στο πέρασμά του. Για αρκετό καιρό γύριζε στις γειτονιές και του έδιναν οι γυναίκες ένα πιάτο φαγητό, έξω στο πεζούλι για να φάει. Και όταν έφευγε, πασπάλιζαν τον χώρο που ακούμπησε με ψυλλόσκονη να εξοντώσουν τους ψύλλους που ξεφορτωνόταν από πάνω του.
Όσο έμεινε αυτή τη φορά, ήταν η ατραξιόν του χωριού. Το βραδάκι, όταν τέλειωναν οι δουλειές, μαζευόμαστε τα παιδιά και προσπαθούσαμε να τον εντοπίσουμε, να τον πάρουμε στο κατόπι και να σπάσουμε πλάκα. Ακόμη και οι μεγάλοι. Μετά από ένα δυό ποτήρια κρασί τον έβαζαν να μας διαβάζει να μην μας πιάνουν τα μάγια ή παρακολουθούσαν τα κηρύγματα του. Και αυτός, έπιανε το μπιτόνι που μέσα είχε το βιβλίο του, το άνοιγε σε κάποια σελίδα και έκανε πως διάβαζε. Τις περισσότερες φορές βέβαια το βιβλίο το κρατούσε ανάποδα. Εμείς όμως τον ακούγαμε σοβαροί και εκστασιασμένοι. Δεν υπήρχαν τότε βλέπετε άλλες αφορμές για διασκέδαση στα χωριά. Δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, κλαμπάκια, σκυλάδικα και καφετέριες και κάθε αφορμή για καζούρα, πλάκα και διασκέδαση ήταν ευπρόσδεκτη.
Είχε ξεκινήσει εκείνες τις μέρες και η καινούρια σχολική χρονιά και η δασκάλα μας, Αθηναία ψηλομύτα, τον κάλεσε στο σχολείο να μας διαβάσει ο “πάτερ Χρήστος”, (αυτή τον είχε πάρει στα σοβαρά) για να πάει καλά η χρονιά. Φαίνεται όμως πως τον πλησίασε λίγο παραπάνω απ' όσο έπρεπε και πρόσφυγες από εκείνους που φιλοξενούσε πάνω του ο άγιος αυτός άνθρωπος, βρήκαν καταφύγιο στο σώμα της γιατί τις επόμενες μέρες την πρόσεξα που ξυνόταν με μανία.
Εμφανίστηκε και άλλες φορές στο χωριό ο “πάτερ Χρήστος”. Επί πολλά χρόνια ερχότανε για λίγες μέρες σε αραιά διαστήματα. Άλλες φορές κάθε δυο-τρεις μήνες, άλλες φορές πιο αραιά. Δεν είχε συγκεκριμένο πρόγραμμα. Τις περισσότερες φορές ξημερωνόταν σε μια σπηλιά δίπλα στην βρύση του χωριού. Άλλες πάλι σε κάποιο ερειπωμένο σπίτι. Δεν ήταν εκλεκτικός.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε το πραγματικό του όνομα. Ούτε από που κρατούσε η σκούφια του. Ούτε την ιστορία της ζωής του.
Κάποτε σταμάτησε να εμφανίζεται. Ύστερα από πολλά χρόνια ακούστηκε πως κάπου, σε μια σπηλιά στις Μαδάρες, βρέθηκαν τα υπολείμματά του. Και τον αναγνώρισαν από τον σωρό τα σιδερικά που πάντα κουβαλούσε πάνω στο βασανισμένο σώμα του.

    *Καταχανάς : Ο βρυκόλακας στα “κρητικά”. Εκείνος που για πράξεις του απαξιωτικές για την θρησκεία, αφοριζόταν από τους παπάδες. Είχε μακρυά σουβλερά νύχια και δόντια. Όταν πέθαινε δεν έλιωνε στον τάφο του. Μισοζώντανος στριφογύριζε και τα μεσάνυχτα έβγαινε από το μνήμα, επισκεπτόταν νιόπαντρους (είχε ιδιαίτερη προτίμηση στο αίμα της παρθενιάς) ή άρπαζε μικρά παιδιά που έβρισκε μοναχά και τους έπινε το αίμα. Μόνο αν οι παπάδες έπαιρναν τον αφορισμό πίσω θα μπορούσε να βρει γαλήνη στον τάφο του και να λιώσει.
    Ήταν αγαπημένο πρόσωπο για να φοβερίζουν τα μικρά παιδιά.


Κωστής

Μάης 2011