Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Ο Γιώργης ο καφετζής.


Ο Γιώργης ο καφετζής

-Κωστάκη, θωρείς με ?!! Είμαι Θεός και βρέχω !!!!!
Έβρεχε, αλλά Θεός δεν ήτανε. Ήτανε ο Γιώργης που είχε το καφενείο απέναντι από τον Άι-Γιάννη στο Τζιτζιφέ, κοντά στο σπίτι μου και είναι από τους πρώτους χωριανούς που θυμούμαι. Θάμουνα δεν θάμουνα τεσσάρων χρονών και μ’ είχε πάρει ο πατέρας μου στο καφενείο και εκεί τον γνώρισα να βαστά ένα ποτιστήρι και να καταβρέχει την αυλή του κάτω από τις μουριές και τον δρόμο να κάτσει λιγάκι η σκόνη και να δροσίσει λίγο ο τόπος για να μπει στο καφενείο κανείς χωριανός ή περαστικός να πιει κανένα καφέ ή κανένα ποτό.
Φιγούρα του Άι-Γιαννιού, με το χαρακτηριστικό ύφος του, το περίεργο μαλλί του, κυκλοθυμικός, άλλες φορές ορεξάτος να πειράζει όλο τον κόσμο, μικρούς και μεγάλους και άλλες φορές πάλι μουτρωμένος να μην ανέχεται κουβέντα.
Οι πελάτες του καφενείου, πάντα λιγοστοί, του άφηναν χρόνο για να παίρνει και κανένα ύπνο κατά διαστήματα, ακουμπώντας το χέρι του στην πλάτη μιας καρέκλας, εκτός αν ήταν κάποια γιορτή οπότε τον απασχολούσαν περισσότερο.
Επειδή ήταν γειτονιά μου και όταν μικροί δεν είχαμε τίποτα να κάνομε, την περισσότερη ώρα μας την περνούσαμε στον Άι-Γιάννη που ήταν και το κέντρο της γειτονιάς, είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθώ, ν’ ακούω τα πειράγματά του ή τις φωνές του και να θυμούμαι μέχρι σήμερα τον μοναδικό τρόπο που λειτουργούσε το καφενείο.
Εκείνα τα χρόνια, ύδρευση δεν είχε ακόμη το χωριό, και το νερό έπρεπε να το κουβαλήσει. Όπως ερχόταν από το σπίτι του, από την άλλη γειτονιά, γέμιζε και δυο κουβάδες νερό όπως πέρναγε από την βρύση και τους ανέβαζε την ανηφόρα του Άσπρουγα. Εκείνη ήταν και η καλύτερη ώρα για να πιει κανείς ένα ποτήρι δροσερό νερό το καλοκαίρι. Την ώρα που άνοιγε το καφενείο. Ύστερα από μισή ώρα το νερό έκανε μόνο για ξύρισμα. Όταν όμως εμφανιζόταν κανείς ξένος, ή το απόγευμα, πεταγόταν πάλι σε κάποια κοντινή στέρνα ν' ανανεώσει τις προμήθειές του σε δροσερό νερό. Πολλές φορές υπέμενε τα πειράγματα και τις παρατηρήσεις των πελατών για το νερό αλλά έκανε πως δεν άκουγε. Μόνο μια φορά, κάποιος ξένος, δασκαλεμένος, για να τον πειράξει, του παρήγγειλε «ένα καφέ και ένα νερό μα ζεστό !!!». Και αυτός τον στραβοκοίταξε, μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στα δόντια του και δεν απήντησε.
Διέθετε βέβαια το καφενείο και μια παλιά παγωνιέρα για ώρα ανάγκης και έφερνε πότε πότε και κανένα κομμάτι πάγο από τα Χανιά, αλλά πόσο να κρατήσει κι αυτός. Οι γκαζόζες του όμως και οι πορτοκαλάδες ήταν πιο δροσερές, επειδή τις κατέβαζε στο υπόγειο που υπήρχε κάτω από τον πάγκο του μαγαζιού και τις έχωνε σε κάποια γούρνα με νερό.
Χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος που έπλενε τα ποτήρια και τα φλιτζάνια των πελατών. Έριχνε λίγο νερό στο πρώτο ποτήρι, έβαζε τα δάχτυλά του μέσα, και άρχιζε να το τρίβει, με τον ανατριχιαστικό ήχο που βγάνανε τα δάχτυλά του πάνω στο βρεγμένο γυαλί, και το ποτήρι ήταν πλυμένο και καθαρό έτοιμο να χρησιμοποιηθεί από τον επόμενο πελάτη. Το νερό το ίδιο πήγαινε στο επόμενο ποτήρι και ούτω καθ’ εξής, μέχρι να πλυθούν όλα και να τοποθετηθούν στο ράφι τους. Το νερό που έφτανε στο τελευταίο ποτήρι, είχα ένα χρώμα καφετί-σταχτί, αφού τώρα πια είχαν πλυθεί και τα δάχτυλά του. Η ίδια διαδικασία γινόταν και για το πλύσιμο των φλιτζανιών, μόνο που αυτά τα κρεμούσε σε καρφάκια στον τοίχο για να είναι έτοιμα για χρήση. Δεν τα έλεγχε όμως και πολύ πριν να ρίξει τον καφέ μέσα να τον σερβίρει και μια φορά έτυχε να σερβιριστεί μαζί με τον καφέ και ένας πολύποδας που είχε βρει καταφύγιο μέσα σ’ ένα φλιτζάνι. Τον χειμώνα τα πράγματα ήταν πιο απλά. Ζήτηση για δροσερό νερό και αναψυκτικά δεν υπήρχε μεγάλη, καφέδες, βραστάρια και σουμάδα ήταν πιο πολύ σε ζήτηση και πάνω στην ξυλόσομπα μονίμως υπήρχε η κατσαρόλα με το ζεστό νερό. Εξακολουθούσαν οι πελάτες, γύρω από τη σόμπα να παίζουν την κοντσίνα την πρέφα ή την ξερή, με έπαθλο δυο λουκούμια ή μια γκαζόζα στα δύο, αλλά η φασαρία στο μαγαζί μέσα ήταν τώρα λιγότερη επειδή τον καφετζή τον έπαιρνε ο ύπνος πιο συχνά κοντά στη ζεστασιά της σόμπας.
Πολλές φορές τα Σαββατοκύριακα, το καφενείο έκανε και χρέη κουρείου όταν ερχόταν ο Σταυράκης από την άλλη γειτονιά με το κασελάκι με τα σύνεργα του κουρείου παραμάσχαλα να περιποιηθεί τους δικούς του πελάτες. Μια φορά πάντως τον θυμάμαι που κούρευε και ξύριζε τον Γιώργη, του ξέφυγε λιγάκι το ξυράφι και ακούμπησε σε μια μεγάλη ελιά που είχε στο μάγουλο και τον επήραν τα αίματα. Και αυτός, γύρισε με τον χαρακτηριστικό τρόπο του και του είπε «Ήντα σε πείραζε η ελιά εκειδά που την είχα και έβαλες τη σκαλίδα να την ξεπατώσεις».
Τα πειράγματα πάντως όσο βρισκόταν κανείς κοντά του, έδιναν και έπαιρναν. Και στον ίδιο άρεσε να πειράζει, αλλά και τα δεχόταν από άλλους. Μικροί και μεγάλοι γινόντουσαν στόχος του όταν είχε όρεξη. Μόνιμος στόχος του ήμουνα εγώ επειδή όλη την ώρα τριγυρνούσα στον Άι-Γιάννη. Αλλά και μεγαλύτεροι όπως ο Μενέλαος, είτε περνούσε με τα ζώα του μπροστά από το καφενείο είτε καθόταν να πιει καφέ.
Μια φορά που έτυχε να είναι στο καφενείο ο Μενέλαος, με ρωτά :
-Κωστάκη, πώς κάνει η αγελάδα του Μενέλαου; Και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση :
-Μμμμμμμμμμμμμμμμενέλαε……
Άλλη μια φορά πάλι πέρναγε από το καφενείο η Σοφία και της λέει :
-Σοφία, θα σου πω ένα αίνιγμα και αν το βρεις θα σε κεράσω. Και συνεχίζει :
-Πόσα μάτια έχουνε μαζί ο Σωμαράς και ο γάιδαρός του. Εννοώντας τον Σωμαρά, που έμενε δίπλα στο καφενείο και ήταν μονόφθαλμος. Και η Σοφία απάντησε φυσικά «τρία».
-Έχασες, της λέει, και οι δυο μαζί έχουνε δυο μάτια!!!!. (Εκείνες τις μέρες είχε χάσει και ο γάιδαρος το ένα του μάτι).
Κατά τη διάθεση που είχε, άνοιγε καμιά φορά το ράδιο του καφενείου, όταν είχε μπαταρία φορτισμένη βέβαια, για ν’ ακούσομε καμιά είδηση από τον κόσμο πέρα από το χωριό μας ή λίγη μουσική, κρητική συνήθως.
Οι σχέσεις του με μας, την μαρίδα που γυρνάγαμε στον Αι-Γιάννη, συνήθως ήταν καλές. Μόνο όταν κάναμε πολλή φασαρία και δεν τον αφήναμε να κοιμηθεί μας φώναζε. Όμως μια περίοδο κάθε χρόνο τα χαλάγαμε για καμιά βδομάδα και γινόμαστε πραγματικά αντίπαλοι με μίσος ο ένας για τον άλλο. Και ήταν την περίοδο πριν το Πάσχα και ιδίως την Μεγάλη Βδομάδα, που τα σχολεία ήταν κλειστά και εμείς, όσο δεν ψάχναμε να βρούμε ξύλα για το κάψιμο του Ιούδα, είμαστε κρεμασμένοι από το σκοινί της καμπάνας του Άι-Γιαννιού.
Συνέχεια χτυπούσαμε την καμπάνα, όλες τις ώρες της ημέρας και φυσικά δεν τον αφήναμε να απολαύσει τον ύπνο του. Δεν είχαμε υπ’ όψιν μας την μαντινάδα που λέει :
Όταν κοιμάται ο δυστυχής
Κανείς μην τον ξυπνήσει
Γιατί ‘ναι η μόνη του χαρά
Τ’ όνειρο. Και θα σβήσει.
Εκείνες τις μέρες ξεσπούσε ανάμεσά μας ένας πραγματικός πόλεμος, με κάθε πλευρά να προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβάλλει τις θέσεις της. Εμείς να βρίσκουμε τρόπο να χτυπούμε συνέχεια την καμπάνα και αυτός να μας αποτρέπει με το καλό στην αρχή, με φοβέρες και απειλές στην συνέχεια και τέλος κλειδώνοντας η μπερδεύοντας το σκοινί της καμπάνας γύρω από το καμπαναριό. Κι εμείς πάλι είχαμε λάβει τα μέτρα μας για την περίπτωση αυτή με κάποιο μακρύ καλάμι που είχαμε πρόχειρο και διαθέσιμο να ξεκρεμάσουμε το σκοινί. Η διαμάχη και ο πόλεμος κρατούσε όλη τη μεγάλη βδομάδα και έληγε το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα χωρίς να μπορούμε να πούμε ποιος βγήκε νικητής και ποιος χαμένος. Μια φορά, θέλοντας να καλοπιάσει κάποιον από μας, θαρρώ πώς ήταν ο Μανόλης ο Αποστολάκης, του λέει :
-Μανωλάκι, να σου δώσω ένα λουκούμι να σταλίξης το σκοινί της καμπάνας. Κι ο Μανόλης συμφώνησε και έφαγε το λουκούμι αφού εστάλιξε το σκοινί. Αλλά είχε και το καλάμι κρυμμένο πίσω από την εκκλησία και σε πέντε λεφτά ξανάρχισε να χτυπά την καμπάνα με περισσότερο ζήλο από πριν.
Οπότε κι ο Γιώργης δεν άντεξε και με το δίκιο του. Και βάζοντας τα χέρια του στη μέση του γύρισε και τον κοίταξε στραβά και του είπε:
-Ε.. Δεν πας εδά στο γέρο (ν)το διάολο.

Τα χρόνια περνούνε σιγά-σιγά χωρίς να το παίρνομε χαμπάρι. Μεγαλώσαμε εμείς και φύγαμε από το χωριό ένας-ένας. Μεγάλωσε και ο Γιώργης και γέρασε, έμεινε όμως στο χωριό χωρίς ποτέ του να παντρευτεί, να μένει με την αδερφή του την Κατερίνη και να φροντίζει το καφενείο του και καμιά δεκαριά προβατίνες που είχανε. Όσο και να μεγάλωσε όμως και όσο και να γέρασε μου φαινότανε πως δεν άλλαζε παρά παρέμενε ο ίδιος όσα χρόνια και να περνούσαν. Το μόνο που μου φαίνεται πως άλλαξε ήταν η έντονη απουσία του από τον Άι-Γιάννη και την γειτονιά όταν σταμάτησε να ασχολείται με το καφενείο και το παρέλαβε ο ανιψιός του. Έχασε η γειτονιά. Και το χωριό.
Όπως χάνει όταν φεύγουν για πάντα οι άνθρωποι που δίνουν ζωή σ’ ένα τόπο. Και χάνουμε και εμείς που έχομε μείνει με τις εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια στο μυαλό και θέλομε όταν πάμε, έστω για λίγο στο χωριό, ύστερα από τόσα χρόνια που περάσανε, να βρούμε τα πράγματα και τους ανθρώπους όπως τους αφήσαμε.
Κι όταν δεν τους βρίσκουμε εκεί που τους ψάχνουμε, προσπαθούμε κρυφά να σκουπίσουμε το δάκρυ που αρχίζει να κυλά στο μάγουλο.



Κωστής Ιούλης 2011

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Η βρύση του Τζιτζιφέ.

Η Βρύση του Τζιτζιφέ

Το χωριό μας, μικρό δυο γειτονιές, καμιά εκατοστή άντε εκατόν πενήντα σπίτια όλα μαζί, τα πιο πολλά άδεια τώρα, πιο παλιά γεμάτα με τις φαμελιές, άλλες μικρές άλλες μεγάλες, είναι θαρρείς κολλημένο στις ρίζες της Μαδάρας.
Από τη νότια πλευρά ορθώνεται η Μαδάρα, απότομη και αφιλόξενη πολλές φορές, όμορφη όμως, ν’ αλλάζει χρώματα κατά την εποχή του χρόνου, σαν την νέα γυναίκα που αλλάζει τα φουστάνια της, πολύχρωμη και μυρωδάτη, την άνοιξη να φορεί τα πιο λαμπερά της φορέματα και να πρασινίζει από την βλάστηση και αργότερα, όπως αρχίζουν ν’ ανθίζουν τα λουλούδια και τα κλαδιά, να φορά τα πολύχρωμα φορέματά της για να τραβήξει πάνω της τα ζουζούνια και τις μέλισσες πάλι σαν τις κοπελιές που θέλουνε να τραβήξουνε πάνω τους τα βλέμματα των αγοριών. Το καλοκαίρι πάλι, που στρίβει το χορτάρι και ξεραίνεται ο τόπος από την αναβροχιά τα χρώματα αλλάζουνε στο πιο καφετί και μόνο σε τόπους-τόπους φαίνεται λιγάκι πρασινάδα από μερικά δεντρά, που γλιτώσανε από παλιότερες πυρκαγιές και τώρα ομορφαίνουν τον ξερότοπο πάλι σαν το στολίδι στο στήθος της κοπελιάς. Το φθινόπωρο πάλι θ’ αρχίσει να πρασινίζει ο τόπος, όταν οι πρώτες βροχές ξυπνήσουνε τους σπόρους που είναι θαμμένοι στο χώμα και να τους δώσουνε ζωή. Μέχρι ν’ αρχίσουνε να πέφτουνε τα πρώτα χιόνια, λίγο πιο ψηλά από το χωριό, και να σκεπάσουνε τα πάντα και να μοιάζει η Mαδάρα σαν την νύφη που κίνησε για την εκκλησιά με τα πέπλα της και τα φορέματα της τα άσπρα.
Η βορινή πλευρά του χωριού, κατηφορίζει σε μέρη πιο ήμερα και προσιτά και ξεκινά από εδώ ν’ απλώνεται μπρος στα πόδια μας μέχρι όπου φτάνει το μάτι όλος ο πεδινός Αποκόρωνας. Αλλού καλλιεργημένος, αλλού δασωμένος με την φύση νάχει χαρίσει στον τόπο την ομορφιά όλων των αποχρώσεων του πράσινου για να ξεκουράζει το μάτι του ανθρώπου. Από τα δυτικά την Μαλάξα ως τ’ ανατολικά την Γιωργιούπολη και το Ρέθυμνο και τον Κεφαλά προς βορρά απλώνονται τα χωριά του Αποκόρωνα, άλλα κοντινά και άλλα πιο απόμακρα να ξεχωρίζουνε μέσα στο πράσινο.
Η ομορφιά του τόπου, όποια εποχή και νάναι σε κάνει να κάθεσαι και να τον θαυμάζεις, να τον χαζεύεις με τις ώρες να μην θέλεις να φύγεις και να κάνεις τον σταυρό σου για το θαύμα που έφτιαξε ο Δημιουργός.
Λίγο πιο ψηλά από το χωριό, σαν μια μαχαιριά στη μέση της Μαδάρας, χάσκει το Φαραγγούλι, σαν νάθελε ο Πλάστης να ξεχωρίσει τις δυο γειτονιές του χωριού. Κατηφορίζει το ρέμα από την Μαδάρα, φτάνει ως του «Κατσιάνου» όπου συναντά το δημόσιο δρόμο, περνά ανάμεσα στις δυο γειτονιές και συνεχίζει πέρα από το χωριό προς το Νίππος και τις Βρύσες για να συναντήσει άλλα ρέματα πριν φτάσει στην θάλασσα στην Γιωργιούπολη. Ξερόρεμα τον πιο πολύ καιρό παίρνει ζωή μόνο από τις δυνατές μπόρες και καταιγίδες που πιάνουν τα μέρη μας και μαζεύει τα νερά του Θεού κρατώντας τα μακρυά από το χωριό και οδηγώντας τα στη θάλασσα. Χρησιμεύει και σαν δρόμος το Φαραγγούλι, αν μπορεί κανείς να τον πει δρόμο το μονοπάτι που παλιότερα χρησίμευε σαν μια από τις προσβάσεις προς τη Μαδάρα κα βοήθαγε τους βοσκούς και τα πρόβατα ν’ ανεβοκατεβαίνουν και όσους είχανε μια πατέ ίσιο τόπο ν’ ανεβούνε μέχρι τη «Μεσομούρα» ή τα «Λακούδια», να τον σκάψουνε με τα ροζιασμένα χέρια τους να κάμουνε μια οκά καρπό και να ταΐσουνε τις φαμελιές τους. Και το βράδυ πάλι να κατηφορίσουνε σιγά – σιγά προς το χωριό μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη. Και στις πλαγιές, από τη μια και την άλλη μεριά, ακουγότανε πολλές φορές τα βράδια οι πέρδικες να κακαρίζουνε, για να ξέρει κάθε μια που θα περάσει τη βραδιά η άλλη και το πρωί να μαζευτούνε ξανά και ν’ αρχίσουνε να ψάχνουνε για κανένα μερμήγκι ή κανένα σπόρο να περάσουνε την καινούρια μέρα.
Από του «Κατσιάνου» και κάτω, ο τόπος ημερεύει και οι ελιές και τ’ άλλα δεντρά παίρνουνε τη θέση που λίγο πιο ψηλά είχανε τα χαράκια, οι ασπαλάθοι και οι φλόμοι. Και κατηφορίζει το ρέμα μέχρι να συναντήσει τη Βρύση. Το πιο χαρακτηριστικό και όμορφο κομμάτι του χωριού που με κάνει σήμερα να γράψω το σημείωμα αυτό.
Ανάμεσα στις δυο γειτονιές, λίγο πιο χαμηλά από τα τελευταία σπίτια, φαρδαίνει το ρούμα, και καταλήγουνε στο σημείο αυτό δυο δρόμοι από κάθε γειτονιά του χωριού. Ο ξερότοπος μεταμορφώνεται σε παράδεισο. Δυο τεράστια πλατάνια στέκουνε σαν φύλακες, από ένα στο μέρος κάθε γειτονιάς και χαρίζουνε τον ίσκιο τους και τη δροσιά τους σ’ όποιον την αποζητά τους καλοκαιρινούς μήνες. Από τη μια μεριά της μικρής πλατείας που σχηματίζεται υψώνεται μονοκόμματος ένας βράχος γεμάτος μικρές και μεγάλες τρύπες που φωλιάζουνε αγριοπερίστερα και πετροκοτσυφοί και καταλήγει στο σπηλιάρι και από την άλλη μεριά φαρδαίνει κι άλλο και κατηφορίζει η πλατεία προς τα περβόλια και τους μπαξέδες.
Και στη ρίζα του βράχου η Βρύση. Δώρο του Θεού στο χωριό. Χτισμένη με πέτρες πελεκημένες, μαζεύει το νερό από το βράχο και μας το προσφέρει, δροσερό το καλοκαίρι και πιο ζεστό το χειμώνα.
Έχει μια επιγραφή χαραγμένη στην πέτρα πώς φτιάχτηκε με δαπάνη των χωριανών εδώ και εκατόν τριάντα χρόνια περίπου. Την εποχή που ακόμη στην Κρήτη βρισκότανε οι Τούρκοι. Και το σχέδιο που φαίνεται πελεκημένο στις χτισμένες πέτρες μοιάζει με τα σχέδια που έχουνε βρεθεί σε κτίσματα από την εποχή των Τούρκων γιατί αυτοί, σε τόπους περαστικούς, όπου υπήρχε λίγο νερό και λίγος ίσκιος, μάζευαν το νερό και έχτιζαν μια βρύση να ξεδιψούνε οι πεζοπόροι και τα ζωντανά και να ξεκουράζονται λιγάκι στη δροσιά, να δοξάζουνε τον Αλλάχ και να μνημονεύουνε και να συχωρούνε εκείνον που έφτιαξε τη βρύση. Εμείς όμως ξεχνούμε να το κάνομε και να θυμηθούμε και εκείνους που φτιάξανε τη βρύση και να ευχαριστήσομε Αυτόν που χάρισε το νερό στο χωριό. Και βλέπομε μόνο τα πουλιά σαν κάθονται στην άκρη της γούρνας να ξεδιψάσουνε, με κάθε μπουκιά νερό που βάνουνε στο στόμα τους, να σηκώνουνε ψηλά, κατά τον ουρανό το κεφάλι και να ευχαριστούνε το Θεό.
Κάπως έτσι χτίστηκε τέλος πάντων η βρύση και αυτή είναι πάνω κάτω με λίγα λόγια η ιστορία της. Πόσοι όμως περαστικοί και διψασμένοι ξεδίψασαν με το δροσερό νερό της, πόσοι ξεκουράστηκαν κάτω από τη σκιά των πλατάνων, πόση σημασία είχε κάποτε για το χωριό και πόση ζωή του έδωσε κανείς δεν μας λέει. Δεν θάτανε νομίζω υπερβολή να πω πως εμείς σχεδόν μεγαλώσαμε περνώντας, τα καλοκαίρια τουλάχιστον, το μεγαλύτερο μέρος της μέρας είτε κουβαλώντας νερό είτε παίζοντας με τα νερά. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η κοινωνική ζωή του χωριού ή ένα μεγάλο μέρος της περιστρεφότανε γύρω από τη βρύση.
Δεν υπήρχανε υδραγωγεία εκείνη την εποχή, να φέρνουνε το νερό με σωλήνες μέσα στα σπίτια από τον Στύλο. Και οι γυναίκες, αξημέρωτα ακόμη, πριν ξεκινήσουνε οι υπόλοιπες δουλειές της μέρας, ετρέχανε με την λαίνα στην πλάτη να κουβαλήσουνε το νερό για να πιούνε να μαγειρέψουνε και να κάνουνε τη λάτρα του σπιτιού. Και γυρίζανε στα σπίτια φορτωμένες, ν’ ανεβαίνουνε την ανηφόρα τον «Άσπρουγα» ή το «Πρικί Συκιδάκι» προς τη μια γειτονιά ή την «Πλακούρα» προς την άλλη. Δύσκολα χρόνια, μα δεν μας κάνει κακό να τα θυμούμαστε πότε-πότε.
Λίγο αργότερα, αφού εξημέρωνε ο Θεός τη μέρα, χειμώνα ή καλοκαίρι, πάλι περνούσανε από τη βρύση, πηγαίνοντας για τις δουλειές στα χωράφια. Για να ποτίσουνε τα ζώα του καθένας ή να πάρουνε νερό να έχουνε να πίνουνε. Και το βράδυ ο δρόμος της επιστροφής στο χωριό πάλι από τη βρύση περνούσε. Και γινότανε η βρύση σημείο συνάντησης όλου του χωριού, με τους άντρες να κάτσουνε σε κανένα πεζούλι να καπνίσουνε κανένα τσιγάρο και να κουβεντιάσουνε για τις δουλειές τους και τα ζώα τους και τις γυναίκες να πλύνουνε στο νερό κανένα καλάθι χόρτα να τα βράσουνε αργότερα στο σπίτι και να πούνε και αυτές δυο κουβέντες μεταξύ τους. Πολλές φορές, οι κουβέντα έπαιρνε σε μάκρος, μέχρι να τα πούνε όλα οι γυναίκες, και ξεχνιόντουσαν, οι κοπελιές περισσότερο και ας περιμένανε το νερό στο σπίτι για να πιούνε ή να μαγειρέψουνε και προβαίνανε οι μανάδες στο «Παλιό Σκολειό» ή την «Πλακούρα» να τους φωνάξουνε και να τις μαζέψουνε.
Πολλές φορές βέβαια, το χειμώνα, ύστερα από δυνατές βροχές, που εκατέβαζε νερά το ρούμα και όλες οι τρύπες που είχε ο βράχος δίπλα στη βρύση βγάζανε νερό, ο τόπος πλημμύριζε και έμοιαζε με αγριεμένο ποταμό. Τότε, όχι μόνο κανείς δεν έβρισκε γωνιά να σταματήσει να ξαποστάσει ή να πλησιάσει καμιά γυναίκα να πάρει νερό, αλλά δεν μπορούσε, άνθρωπος ή ζώο να περάσει από εκεί.
Τα καλοκαίρια όμως ο τόπος άλλαζε. Τελειώνανε τα θερίσματα, έκλεινε το σκολειό με τη σχολική γιορτή που γινότανε συνήθως στη σκιά του πλατάνου, στήνανε καμιά φορά και καμιά παράγκα, που χρησίμευε σαν καφενείο, κάτω από τον πλάτανο και όταν πιάνανε οι μεγάλες ζέστες ο κόσμος μαζευότανε πιο πολύ στη βρύση. Το πιο δροσιστικό για τη ζέστη ήταν βέβαια το νερό της βρύσης, μα και οι γκαζόζες ήταν δροσερές γιατί τις έβαζαν σ’ ένα καλάθι και τις κατέβαζαν στην στέρνα. Η παράγκα είχε φυσικό κλιματισμό κάτω από τον παχύ ίσκιο του πλατάνου και δεν υπήρχε όπως είδαμε ανάγκη ψυγείου. Ποιος χρειάζεται ψυγείο ή αιρ-κοντίσιον στη βρύση. Και όποιος είχε μια δραχμή, μπορούσε να πιεί ένα καφέ με νερό δροσερό ή μια γκαζόζα. Αλλιώς έπινε νερό δροσερό μόνο.
Από το πρωί μέχρι το βράδυ όλο και κάποιον θα συναντούσες στη βρύση. Όλοι οι χωριανοί έπρεπε να περάσουν από εκεί και μια και δυό και τρείς φορές καθένας. Να κουβαλήσουνε νερό, να ποτίσουνε τα ζώα τους πρωί και βράδυ, να ποτίσουνε τα περιβόλια τους όσοι είχανε, σύμφωνα με τη σειρά που δικαιούτανε καθένας το νερό από την κατάσταση που ήταν καρφωμένη στον πλάτανο. Οι πιο πολλοί όμως κατεβαίνανε στη βρύση για να δροσιστούνε λίγο και να ξεκουραστούνε κάτω από τη σκιά των πλατάνων τα μεσημέρια. Μα εμείς, οι μικρότεροι που ν’ αφήσουμε κανέναν να ησυχάσει. Μόλις γυρνάγαμε, κατά το κολατσιό από καμιά δουλειά στο σπίτι, τρώγαμε κάτι στα γρήγορα ή αρπάζαμε κανένα κομμάτι ψωμί και κατηφορίζαμε να συναντήσομε την παρέα μας και να περάσομε τη μέρα μέχρι αργά το απόγευμα που έπεφτε ο ήλιος και δρόσιζε λιγάκι. Δεν ησυχάζαμε βέβαια παρά συνέχεια παίζαμε με τα νερά ή κυνηγιόμαστε στους δρόμους και τα περβόλια, ψάχνοντας και καμιά φορά μήπως βρεθεί στο δρόμο μας και κανένα φρούτο ξεχασμένο πάνω σε κανένα δέντρο, να τα’ αρπάξομε αν δεν μας έβλεπαν. Μα το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχαν όσοι θέλανε να ησυχάσουνε λίγο. Πού να μπορέσει κανείς να κοιμηθεί με τη φασαρία. Πάνω που πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος, όλο και καμιά φωνή, κανένα σφύριγμα τον ξύπναγε ή ακόμη, «κατά λάθος», κανένα μπουγέλωμα, ή καμιά ριπή από τα νεροπίστολα που φτιάχναμε με καλάμια για τον καθιερωμένο νεροπόλεμο. Δεν γλίτωνε κανείς. Αλλά ο πιο συνηθισμένος αποδέκτης των πειραγμάτων μας ήταν ο Αντώνης ο Αριάπης. Κωφάλαλος και καλοκάγαθος, δεν πείραζε κανένα εκεί που είχε τις προβατίνες του δίπλα στον πλάτανο. Είχε φτιάξει πάνω στον τοίχο του μέρος με κλαδιά και φύλλα για να ξαπλώνει αλλά εμεί παραμονεύαμε με το νερό να τον καταβρέξομε μόλις πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος. Έκανε πως μας κυνηγά για να μας φοβερίσει και να τον αφήσομε ήσυχο, αλλά ύστερα από λίγη ώρα πάλι κάναμε τα ίδια. Ήταν και η άλλη η συχωρεμένη η Zαμπιά. Δεν άκουγε καλά και όταν ήμασταν μοναχοί και την συναντούσαμε στο δρόμο και την χαιρετούσαμε, μας έλεγε χαρακτηριστικά : «Πού πάει το μεγαλωμένο…». Δεν πείραζε κι αυτή κανένα. Και πέρναγε κάθε μεσημέρι από τη βρύση με δυο-τρεις προβατίνες και εμείς που ξέραμε πως την ενοχλούσανε τα σφυρίγματα, παίρναμε θάρρος ο ένας με τον άλλο και αρχίζαμε να σφυρίζομε και αυτή να μας βρίζει και να μας καταριέται άσχημα πολλές φορές. Ο Θεός ν’ αναπάψει την ψυχή και των δύο, Γιατί τους είχαμε κανομένα πολλά.
Ποιόν και τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τώρα που η κεφαλή έχει αδειάσει και απ’ έξω και από μέσα, μόνο σκόρπιες εικόνες από τα περασμένα, τα όσα ζήσαμε μικροί περνούνε γρήγορα από το μυαλό, όσο έχει απομείνει, και χάνονται.
Πόσοι και πόσοι έχουν δροσιστεί και ξεδιψάσει στη βρύση, πόσο περαστικοί έχουνε ξεκουραστεί και σταματήσανε να προφυλαχτούνε λίγο από την κάψα του καλοκαιριού κάτω από τα πλατάνια ;
Πόσες φαμελιές μεγαλώσανε στα χαλάσματα που υπάρχουνε ακόμη σε δυο – τρεις μεριές δίπλα στη βρύση;
Πόσες φορές πέρασε ο Επιτάφιος το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής από τη βρύση και πόσες φορές σταμάτησε να διαβάσει ο παπάς ευχές να ξορκιστούνε οι νεράιδες και τα ξωτικά που ζούνε κοντά στα νερά και πειράζουνε τους ανθρώπους;
Πόσα παιδιά πριν από μας παίξανε ξυπόλυτα με τα νερά τα καλοκαίρια και οι φωνές τους και τα γέλια τους ακουγότανε σ’ όλο το χωριό;
Πόσοι φάγανε, ήπιανε και γλεντήσανε κάτω από τα πλατάνια όσα χρόνια υπάρχει η βρύση;
Πόσο θ΄άντεχε να ζήσει το χωριό αν δεν υπήρχε η βρύση να του δίνει νερό και ζωή όλα τούτα τα χρόνια;
Πόσα χρόνια θα συνεχίζει να υπάρχει και να δροσίζει τον κόσμο η βρύση;
Ποιος ξέρει να μας πει; Ποιος θυμάται;
Λένε μια ιστορία πως μια μέρα πριν από πολλά χρόνια, μπορεί νάναι και εκατό η και παραπάνω, μαζεύτηκε κάτω από τα πλατάνια όλο το χωριό. Και οι γυναίκες είχανε μαγειρέψει, άλλη μια όρθα, άλλη κρέας, άλλη ότι είχε, άλλη είχε φουρνίσει και έφερε ψωμί, όσοι είχανε φέρανε τυρί και κρασί και τρώγανε πίνανε και γλεντούσανε ούλη μέρα και ούλη νύχτα. Ετραγουδούσανε κι’ εγλεντούσανε μα τα μάτια όλων ετρέχανε σαν την βρύση που μουρμούριζε παραδίπλα. Γιατί την άλλη μέρα εξεκινήσανε με τα πόδια από το χωριό 120 άντρες, μικροί και μεγάλοι και πήρανε των αματιών τους. Εφύγανε λέει στην Αμερική να δουλέψουνε και να ξεπεινάσουνε οι ίδιοι και να στείλουνε πίσω στο χωριό, σ’ όσους αφήσανε κανένα δολάριο να ξεπεινάσουνε κι αυτοί. Και εφύγανε για να συναντήσουνε το καραβι που θα τους έπαιρνε, με τα πόδια από το δρόμο που πάει στα Σηφιανά, άλλος με μπαλωμένα, άλλος με τρυπημένα στιβάνια και βράκες με μπαλώματα και τρύπες και το πουκάμισο που πολλοί είχανε μοναδικό και δεν το πλένανε μπας και με το νερό και το σαπούνι διαλυθεί. Παρά χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο εφορούσανε και στέγνωνε πάνω τους όταν τους έπιανε καμιά μπόρα στο δρόμο και δεν είχαν που να βρούνε καταφύγιο. Επήρανε τη στράτα με το τραγούδι και όλο το χωριό τους απόβγαλε και οι γυναίκες που άλλες απομείνανε ορφανές από πατέρα, άλλες από αδερφό και άλλες από άντρα, εκλαίγανε και δίνανε παραγγελιές :
-Γιάννη, Σήφη, Γιώργη, Θοδωρή, Μανούσο……!!!!! Να μας (ε)γράφετε μωρέ. Να μη μας ξεχνάτε.
Ποιος ξέρει να μας πει πόσοι και πόσο καιρό θυμόντουσαν την παραγγελιά. Πόσοι δεν ξανακουστήκανε ποτέ. Πόσοι αφήσανε τα κόκαλά τους σκάβοντας την Αμερική με τα χέρια τους, όπως εκατομμύρια άλλοι πεινασμένοι από κάθε μεριά της γης, για να φτιάξουνε δρόμους και σιδηροδρόμους και να την κάμουνε μεγάλη και τρανή και να πεθάνουνε χωρίς ποτέ να πούνε πως εξεπεινάσανε ή πως εμπορέσανε να ξεκουραστούνε.

Κωστής Ιούλης 2011

Υ.Γ. Φωτογραφίες από το χωριό και την Βρύση μπορείτε να δείτε στα παρακάτω links :

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στην σύγχρονη ζωή.




Η παθογένεια και η παρακμή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος δεν είναι αποκλειστικό Ελληνικό φαινόμενο. Στον τόπο μας όμως το πρόβλημα είναι διαχρονικό, από συστάσεως το Ελληνικού Κράτους και εντονότερο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Αν συνδυαστεί μάλιστα με την επίκτητη ανατολίτικη νοοτροπία μας του ραγιαδισμού και ωχαδερφισμού, του μπαξισιού και του ατομικισμού, τότε γίνεται οξύτερο και φαίνεται να παρασέρνει στον γκρεμό και εμάς και τον πολύπαθο αυτόν τόπο σαν χιονοστιβάδα. Χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα προοπτική αντιστροφής της πορείας. Μόνο θα συνεχίσομε να είμαστε μόνιμοι θεατές του ίδιου έργου.
Θα ήθελα να σας δώσω την δυνατότητα να διαβάσετε το έργο του Ευάγγελου Λεμπέση
Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ. Την μεταφέρω εδώ χάριν των αναγνωστών, επειδή κατά την γνώμη μου, δεν κυριαρχούν σήμερα όπως και ανέκαθεν μόνον οι μετριότητες αλλά και οι βλάκες και η βλακεία σε όλες της τις μορφές.

Το έργο γράφτηκε κατά παραγγελία και δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών” το 1941 και προκάλεσε πλείστες συζητήσεις, κριτικές και αντιπαραθέσεις. Είναι διαχρονικό και σκιαγραφεί μια κατάσταση που δυστυχώς ανθεί και ευδοκιμεί στη χώρα μας.

Επειδή είναι λιγάκι μακροσκελές,
το μετέτρεψα σε αρχείο τύπου (pdf), για να μπορέσετε να το κατεβάσετε εύκολα και να το σώσετε στον υπολογιστή σας, όπως είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, με τον πρόλογο και την γλώσσα του συγγραφέα, και για να το διαβάσετε με την ησυχία σας.
Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο.
Ο σύνδεσμος για να το κατεβάσετε, είναι εδώ :   Βλάκες






Κωστής . 1η Ιούλη 2011