Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Η Μάντισσα.


Η μάντισσα

Ήταν μια σταλιά. Μικροκαμωμένη γριούλα, αδύνατη και καμπούρα. Η Βασιλικιά. Έτσι τη λέγανε. Ζήτημα αν ζύγιζε εικοσιπέντε οκάδες. Όταν φύσαγε η νοτιά στο χωριό, εκείνος ο δυνατός ζεστός αέρας που έρχεται από την Αφρική και κουβαλά την κόκκινη σκόνη που πασπαλίζει τα πάντα σαν νάναι κουραμπιέδες κοκκινωποί, εκείνος ο αέρας που τινάζει τις ελιές και τις κάνει στρώμα κάτω από τα δέντρα, νόμιζες πως θα την σηκώσει και θα την πάρει μαζί του αν την έβρισκε έξω.
Εκείνη όμως κατάφερνε και του αντιστεκότανε, όπως και η καλαμιά που λυγίζει από τον άνεμο αλλά δεν σπάει και δεν παρασύρεται. Άκουγες να χτυπά το μπαστουνάκι της στο καλντερίμι, και να περπατά αργά αλλά σταθερά και εμείς οι πιτσιρικάδες απογοητευόμαστε που περιμέναμε να δούμε πότε θα την ρίξει ο αέρας στον δρόμο και αυτή του αντιστεκότανε.
Δεν ήταν μόνο αδύνατη και καμπούρα. Είχε και μια μύτη τεράστια, με μια ελιά μεγάλη σαν ρεβύθι απάνω, φόραγε και κάτι γυαλιά με χοντρούς φακούς, ήταν ίδια μάγισσα στην όψη. Και ήτανε και θεόκουφη. Έπρεπε να φωνάζεις δυνατά, να σε πονέσει ο λαιμός σου για να σ' ακούσει. Εμένα όμως μούκανε εντύπωση πως μολονότι δεν άκουγε, πάντα μίλαγε στους άλλους σιγανά και όχι δυνατά όπως κάνουν συνήθως όσοι δεν ακούνε καλά.
Και δεν μίλαγε μόνο σιγανά. Μίλαγε κι ευγενικά και γλυκά. Ειδικά σ' εμάς τα παιδιά. Πάντα μας χαιρέταγε πρώτη όταν συναντιόμασταν στον δρόμο, πάντα είχε ένα καλό λόγο να μας πει, και πάντα είχε στο σπίτι της κάτι να μας φιλέψει όταν της κάναμε κάποιο θέλημα ή όταν μας στέλνανε οι μεγαλύτεροι σ' αυτήν με κάποιο μήνυμα ή κάποια παραγγελιά. Πάντα φεύγαμε από το σπίτι της με τις τσέπες γεμάτες καρύδια, ξερά σύκα ή σταφίδες.
Το σπιτάκι της ήταν ψηλά στην πάνω άκρη του χωριού. Ζούσε μοναχή της, συντροφιά με μια κατσίκα, την γάτα και τις κοτούλες της. Είχε και κήπους και ελιές γύρω γύρω. Μόνη της ζούσε, μόνη της φρόντιζε και φύτευε τους κήπους της, μόνη της μάζευε της ελιές της και έβγαζε το λάδι της. Τα περισσότερα από τα λίγα που χρειαζόταν, τα παρήγαγε μόνη της. Στον μπακάλη του χωριού πήγαινε μόνο για ν' αγοράσει λίγη ζάχαρη και καφέ, κανένα πακέτο μακαρόνια, λίγο ρύζι η καμιά ρέγγα. Τα υπόλοιπα που χρειαζόταν ήταν παραγωγή δική της. Βγαλμένα με τα ίδια της τα ροζιασμένα χέρια. Όλη τη μέρα βρισκόταν στον κήπο ή ανάμεσα στις ελιές, να σκαλίζει ή να φυτεύει κηπευτικά, ή να βαστά ένα καλάθι και ένα μαχαίρι και να ψάχνει για χόρτα.
Και όταν δεν είχε δουλειά άλλη να κάνει, τότε φρόντιζε τα λουλούδια που γέμιζαν ολόκληρη την αυλή της. Είχε και μια στέρνα στην μέση της αυλής, κάτω από την κληματαριά, και το καλοκαίρι πότιζε όλο το απόγευμα.
Τον χειμώνα, όταν τέλειωνε το μάζεμα της ελιάς, καθότανε τα βράδια κοντά στο τζάκι της, και με το φως του λύχνου έπλεκε κανένα ζευγάρι κάλτσες να τις κάνει δώρο στον ανηψιό της που είχε πρόβατα και της έστελνε πότε πότε λίγο γάλα ή κανένα κομμάτι τυρί, ή έπλεκε για τον εαυτό της κανένα σάλι για να ζεσταίνει τα πονεμένα και γέρικα κόκαλά της. Στην άλλη καρέκλα, απέναντί της, ζεσταινότανε η γάτα της που ποτέ δεν έφευγε από κοντά της. Η γάτα ήταν για την Βασιλικιά τα αυτιά της. Όταν ερχόταν κάποιος επισκέπτης στο σπίτι και φώναζε έξω από τον δρόμο, η Βασιλικιά δεν τον άκουγε. Η γάτα όμως πήδαγε από την καρέκλα και έτρεχε προς την πόρτα και έτσι καταλάβαινε η Βασιλικιά πως είχε μουσαφίρη. Και πήγαινε να τον υποδεχτεί. Αν πάλι βρισκόταν στον κήπο για να κάνει καμιά δουλειά, ή λίγο πιο μακριά ανάμεσα στις ελιές της, πάλι τότε η γάτα που ακολουθούσε την Βασιλικιά κατά πόδας έτρεχε προς το σπίτι να προϋπαντήσει τον ξένο, ειδοποιώντας και την Βασιλικιά με τον τρόπο αυτό για την άφιξή του.
Και ο ξένος έμπαινε στο χαμηλό σπιτάκι του ενός δωματίου που πάντα άστραφτε από καθαριότητα. Μπορεί να είχε χώμα για σκεπή και πάτωμα, αλλά δεν υπήρχε ίχνος σκόνης. Οι τοίχοι ήταν ασπρισμένοι, τα λίγα σκεύη καθαρά και τακτοποιημένα στη θέση τους στα δυο ντουλάπια του δωματίου, σε μια γωνιά η κασέλα η ξύλινη με τα σκαλισμένα σχέδια πάνω της είχε τα προικιά της που τάχε κεντήσει όταν ακόμη ήταν κοπελιά, και ακόμη περίμεναν μέσα στην κασέλα τον Μιχάλη να γυρίσει από τη Μικρασία που είχε πάει στον πόλεμο. Μόνο δυο τρία κομμάτια βγήκαν όλα κι όλα από την κασέλα, ένα, με τα όμορφα κεντήματα της Βασιλικιάς έγινε κάλυμμα του ξύλινου καναπέ γιατί το παλιό είχε λιώσει, το άλλο για να χρησιμεύσει για κάλυμμα του κρεβατιού της που βρισκόταν πάνω στο ονταδάκι. Και ακόμη ένα κομμάτι χρησιμοποιήθηκε σαν κουρτίνα, να καλύπτει την είσοδο του μικρού κελαριού, που ήταν κάτω από τον οντά και είχε μέσα ένα μικρό πιθάρι με λάδι και ένα βαρελάκι κρασί.
Και ολόκληρο το σπιτάκι μύριζε από τα κρεμασμένα από τα δοκάρια κυδώνια, τα βότανα και τα μυρωδικά που είχε μαζέψει.
Αυτή ήταν η ζωή της Βασιλικιάς. Οι χειμώνες και τα καλοκαίρια που περνούσαν ήταν επαναλήψεις των εποχών των παλιότερων χρόνων. Δεν άλλαζε τίποτα. Δεν είχε πολλά πάρε δώσε με τις άλλες γυναίκες στο χωριό, εξ άλλου έμενε και λίγο πιο μακριά και δεν είχε γειτόνισσες, η μόνη κοινωνική εκδήλωση που συμμετείχε ήταν να πηγαίνει κάθε Κυριακή και γιορτή στη εκκλησία και εκεί ν' ανταλλάξει καμιά κουβέντα με κανένα. Ή αν συναντούσε κανέναν όταν πηγαινοερχόταν στον μπακάλη.
Η Βασιλικιά όμως είχε καμιά φορά και άλλους επισκέπτες. Όχι τακτικούς. Μπορεί νάταν κάποιος από το χωριό ή ακόμη και ξένος. Από άλλα χωριά. Ακόμη και μακρινά. Λέγανε πως η Βασιλικιά είχε ένα χάρισμα. Μπορούσε να βρει πράγματα χαμένα. Ανθρώπους που είχαν εξαφανιστεί, ζώα που χαθήκανε, αντικείμενα όπως κοσμήματα που παράπεσαν. Δεν είχαν τα πιο παλιά χρόνια πολλά πράγματα πολύτιμα οι χωριανοί. Τα καθημερινά και απαραίτητα μόνο. Και οι γυναίκες λιγοστά χρυσαφικά. Άντε τις βέρες του αρραβώνα, κανένα δαχτυλίδι και κανένα σταυρό βαφτιστικό. Τίποτα παραπάνω. Καμιά φορά όμως, κάτι χανότανε. Κι όσο και να τόψαχναν δεν μπορούσαν να το βρουν. Και άρχιζαν τότε τα τάματα στον Άγιο Φανούριο και τους άλλους αγίους, να βρεθεί το δαχτυλίδι που δεν θυμόταν που μπορεί να τόχασε η γυναίκα. Και πολλές φορές κατάφευγαν στην Βασιλικιά και ζητούσαν την βοήθεια της. Και αυτή βοηθούσε και περιέγραφε το μέρος που βρισκόταν το χαμένο αντικείμενο. Και αν θέλετε το πιστεύετε αν θέλετε όχι, τις πιο πολλές φορές το αντικείμενο τόβρισκαν στο μέρος που είχε πει εκείνη. Και για την βοήθειά της αυτή, ποτέ δεν ζητούσε αμοιβή. Αλλά όλο και κάποιο δωράκι της έκαναν οι γυναίκες.
Η φήμη της Βασιλικιάς είχε απλωθεί πέρα από τα όρια του χωριού. Πολλοί από τα διπλανά, ακόμη και από πιο μακρινά χωριά είχαν ζητήσει την βοήθειά της. Και πάντα έφευγαν ικανοποιημένοι που τους είχε βρει τα χαμένα τους αντικείμενα. Και μιλούσαν ύστερα με σεβασμό γι αυτήν και θαυμασμό για τις ικανότητές της. Μόνο με τον παπά δεν τα πήγαινε καλά. Για ένα διάστημα δεν ήθελε να της επιτρέψει να κοινωνήσει και όλο της έλεγε να σταματήσει αυτήν την πρακτική που την θεωρούσε παγανιστική, γιατί αν συνέχιζε έτσι δεν θα την έψελνε όταν θα πέθαινε. Αλλά τι να κάνει κι αυτή που πολύς κόσμος ζητούσε την βοήθειά της και δεν ήθελε ν' αφήσει κανέναν παραπονεμένο;
Ακόμη και μέχρι τις μέρες μας, η ζωοκλοπή είναι ένα άθλημα που είναι ντροπή για την Κρήτη. Έχει περιοριστεί κάπως, αλλά δυστυχώς δεν έχει εκριζωθεί τελείως. Παλιότερα όμως ήταν αληθινή μάστιγα. Κατάλοιπο από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ή έτσι τουλάχιστον θέλουμε να πιστεύουμε. Εκτός από ένα δυο αρνιά που μπορεί ξαφνικά να εξαφανιζόντουσαν από κάποιο κοπάδι, πολλές φορές χανόταν και κοπάδια ολόκληρα. Ομάδες από άλλες επαρχίες σχηματιζόντουσαν για το σκοπό αυτό. Είχαν πληροφορίες για το που θα μπορούσαν να βρουν κοπάδια αφύλακτα, και σε μια νύχτα τα εξαφάνιζαν, οδηγώντας τα μακριά, χωρίς ν' αφήσουν ίχνη. Υπήρχε και αγοραστής έτοιμος από πριν, και ήταν δυνατόν, ένα κοπάδι αρνιά που είχαν χαθεί στα Χανιά, να βρίσκεται σε δυο μέρες κρεμασμένο στα τσιγκέλια των κρεοπωλείων του Ηρακλείου η της Βαρβακείου αγοράς των Αθηνών. Ο φουκαράς που είχε πέσει θύμα της κλοπής, με βοήθεια γνωστών και συγγενών στα γύρω χωριά άρχιζε να τα ψάχνει, ακολουθώντας στην αρχή τα ίχνη τους όσο μπορούσε, και στη συνέχεια ρωτώντας αν εμφανίστηκαν κάπου είτε σαν ζωντανά, είτε σαν κρέας. Πολλές φορές γυρνούσαν βδομάδες ολόκληρες για να τα ψάχνουν, και τις περισσότερες φορές χωρίς αποτέλεσμα.
Κόντευε μεσημέρι, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα πριν πολλά χρόνια, όταν στο καφενείο του χωριού εμφανίστηκαν τρεις ξένοι, από κάποιο ορεινό χωριό του Ρεθύμνου. Διψασμένοι, σκονισμένοι και ταλαιπωρημένοι κάθισαν λίγο να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό και όταν συνήλθαν, άρχισαν να ρωτούν ένα δυο γνωστούς που είχαν στο χωριό μου αν είδαν ή αν άκουσαν κάτι σχετικό με το κοπάδι τους που είχε χαθεί δυο βδομάδες πριν. Δεν είχε ακουστεί τίποτα στο χωριό και οι φίλοι τους οι χωριανοί δεν θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Ούτε και κανείς άλλος στο χωριό είχε ιδέα. Κάποιος τότε τους πρότεινε πως καλό θάναι να ρωτήσουν και την Βασιλικιά. Εκείνη ίσως να ήταν η τελευταία τους ελπίδα. Οι δυο μεγαλύτεροι είπαν πως δεν χάνουν τίποτα να την ρωτήσουν, επειδή και εκείνοι ήξεραν την φήμη της, μάλιστα ρώτησαν και πού είναι το σπίτι της για να την επισκεφτούν, αλλά ο μικρότερος άρχισε να γελά περιπαιχτικά και να λέει πως δεν είναι δυνατόν η γριά από το σπίτι της να γνωρίζει που μπορεί να βρίσκονται τα χαμένα πρόβατα, ενώ εκείνοι που ανακάτεψαν γη και ουρανό δυο βδομάδες δεν μπόρεσαν να βρουν ένα ίχνος. Αναγκάστηκε όμως και αυτός να ακολουθήσει τους άλλους που πήραν την ανηφόρα για το σπίτι της Βασιλικιάς.
Η Βασιλικιά τους περίμενε στην αυλή της χωρίς να την έχει ειδοποιήσει κανείς από πριν. Και πρίν περάσουν την αυλόπορτα είπε στους δυο μεγαλύτερους:
-Εσείς κοπιάστε και κάτσετε κι' εγώ θα σας πω που να ψάξετε για τα πρόβατα που έχετε χάσει. Ο άλλος όμως ο βρομιάρης ο κοκκινοτρίχης που σέρνετε μαζί σας, να μη μπει μέσα γιατί το μόνο που ξέρει να κάνει, είναι να κοροϊδεύει.

Κωστής Νοέμβρης 2011

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Μπόστ

Δεν ξέρω γιατί σήμερα τον θυμήθηκα. Μέρες που είναι και μ' αυτά που περνάμε. Πάντα του είναι επίκαιρος, όπως καληώρα οι στίχοι του που τραγουδά Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη στο τέλος της ανάρτησης στο αξέχαστο τραγούδι του "Ένα πλοίον ταξιδεύον".
Έψαξα και το βρήκα στο διαδίκτυο και ευχαριστώ τον άγνωστο φίλο που το ανέβασε στο youtube. Έκανε καλή δουλειά.
Είπα να γράψω και εγώ μερικούς στίχους και να μιμηθώ στο στυλ του, αλλά αυτός δεν αντιγράφεται.
Ο Μέντης Μοσταντζόγλου είναι μοναδικός και αμίμητος.

Μνημονίου υπογραφέντος

Ως παρθένου κορασίδος το πολύτιμ' αγαθόν
η Πατρίς το περιφέρει εις την ζούγκλαν αγορών.

των δανείων συναφθέντων εις ανύποπτον καιρόν
και των τόκων πληρωθέντων τελειώνει το ρευστόν

κυβερνήσεων αφρόνων ψηφιζόντων των λαών 
απαιτούν κι επιτυγχάνουν ολοένα παροχών

των χρημάτων μοιρασθέντων μεταξύ των λαμογιών
το δημόσιον ταμείον ξέμεινε απο ρευστόν

άνευ δώρου Χριστουγέννων και αμνού για την Λαμπρή
λένε ο λαός θα τρώει απ' τα τρία το μακρύ

Συμφωνήσαν οι εταίροι που Ευρώπη κουμαντάρουν
όσα δανεικά μπορούνε απο μας πίσω να πάρουν

και ζητούνε εγγυήσεις και υπογραφές αντάμα
να ρυθμίσουνε τα χρέη κι ο λαός να ζει στην μπάντα

μνημονίου υπογραφέντος λένε πως υπάρχει ελπίδα
σ' εβδομήντα χρόνια πλέον να σωθεί και η πατρίδα

μέχρι τότε όμως πρέπει να επικρατεί λιτότης
και να ζούμε με αέρα σαν παρίες της Ευρώπης

μα θα πρέπει να γνωρίζουν ο λαός πως περιμένει
να γελάσει τελευταίος, όσα και να υπομένει.

Κωστής. 17.11.2011




Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Ένα μικρό κλεφτόπουλο.


Ένα μικρό κλεφτόπουλο

Χήρες τα μαύρα βγάλετε, τ’άσκημα ρίξετά τα,
Κ’οι κλέφτες εμερώσασι και γίνουνται ραγιάδες
Κ’ ένα μικρό κλεφτόπουλο δε θέλει να μερώσει,
Δε θελει να γενεί ραγιάς χαράτσι να πλερώσει,
Μα καρτερά την άνοιξη να μπεί το καλοκαίρι
Να σύρει νά βγει ‘ς τα βουνά.



Παλιό Κρητικό Ριζίτικο Τραγούδι

Κωστής, Νοέμβρης 2011

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Ήλιε μου και φεγγάρι μου.


Ήλιε μου και φεγγάρι μου.

Ήλιε μου και φεγγάρι μου και κοσμογυρευτή μου
σ' ούλο τον κόσμο ανάτειλε σ' ούλο τον κόσμο δώσε
στω Μπαρμπαρέζω τσι αυλές ήλιε μην ανατείλεις
γιατί 'χουν σκάβους όμορφους πολλά παραπονιάρους
και θα 'γραθούν οι αχτίνες σου που τω σκλαβώ τα δάκρυα.


(Παλιό Κρητικό Ριζίτικο τραγούδι.)

Κωστής, Νοέμβρης 2011

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Δικαιοσύνη


Δικαιοσύνη

'Σ τη Πόλη είν' ένας Κατής για τσοι φτωχούς ραγιάδες
και βγάνει τσ' αποφάσεις του ωσάν τσοι λουκουμάδες.
Μια μέρα πήγε 'νας ραγιάς και λέει 'εφέντη του Κατή
Εφέντη μου τση πόρτας μου επήραν το κλειδί,
κι ανοίξανε κι εμπήκανε 'ς την κάμαρή μου μέσα
κ' ευρήκαν τα χρουσαφικά και ούλα μου τα κλέψαν
και δίχως άλλο κατέχω το πως γείτονάς μου τάχει,
εκείνος ο Τσιφούτ' Αγάς 'που κακόν χρόνο νάχει
γιατ΄ είδα την γυναίκα του σήμερις με λουστρίνια
που τσ' άλλες μέρες έβαζε νιζάμιδω ποντίνια.
Πάρε Κατή εφέντη μου κι ένα γουλί τυράκι
κάνει καλό στην όρεξη, να τρώς με το ψωμάκι.
Και ξάνοιξε να μου τα βρεις μπέη μου τα 'κοσάρια
και τσοι Μαμουντιγιέδες μου και πάρε δυο τεσσάρια.
Γύρεψε μεσ' του γείτονα ο σπίτι του Τσιφούτη
κι' άλλο καλό δεν θέλω μπλειό μόνο τη χάρη ετούτη.
Σηκώνετ' ο καλός Κατής και εις τ' Οβραίου πχαίνει
κ'επά κ' εκεί το σπίτι του μονάχος τ' αναγέρνει
Θωρεί εις το σεντούκιν του ένα λαιμό 'κοσάρια
και δυό λαιμούς αγκίνιαστα, άσπρα μαργαριτάρια.
Και λέι του : Έ ! Γιαχουτή, που τάβρες τα 'κοσάρια
-Οι μποντικοί, εφέντη μου τα σέρνανε 'ς τ' αμπάρια
και τάειδα και τω τα 'πηρα ογια να μη χαθούνε
και πάρε και του λόγου σου μερκά μα δε χαλούνε
-Κ' έχεις ετέτοιους μποντικούς εσύ 'ς το σπίτι μέσα
να κουβαλούνε μόνοι τους τέτοιας λογής πεσκέσια;
-Έχω και σου χαρίζω δυό μαζί με την παγίδα.
Που μέσα τρέχουν και βαστούν και μια χρυσ΄αλυσίδα.
-Ευχαριστώ σου. Φύλαξε τ' άλλα για το μεντέτι.
Φωνάζει τότες κι ο ραγιάς. Κρίμας ! Και το τυρί μου;
-Οι μποντικοί το φάγανε του γείτονα παιδί μου.

(Από την συλλογή Κρητικά Δημοτικά Τραγούδια υπό Αριστείδου Κριάρη.
Έκδοση 1920).

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Η αγελάδα του Γρηγορομιχάλη

Η αγελάδα του Γρηγορομιχάλη

Ζούσε πριν πολλά χρόνια στο χωριό μου ένας νοικοκύρης, άξιος και ψυχωμένος γεωργός. Ο Γρηγορομιχάλης ο Θεός να του συχωρέσει. Ήταν πάντα του εργατικός και μερακλής. Όλα τα κτήματά του, τα χωράφια του, οι ελιές του, τ' αμπέλια του και οι κήποι του πάντα όμορφα καλλιεργημένα και περιποιημένα. Κάθε μέρα, εκτός από τις Κυριακές και τις γιορτές βρισκόταν στα περιβόλια του και τα φρόντιζε. Πάντα έβρισκε κάτι να κάνει. Να σκάλίσει λίγο, να κόψει κανένα κλαδί ή κανένα ζιζάνιο που πεταγόταν εκεί που δεν έπρεπε. Και όταν πάλι δεν έβρισκε κάτι να συγυρίσει, καθότανε σε μια άκρη και καμάρωνε τα υπάρχοντά του.
Ήταν καλός άνθρωπος. Πάντα του μοίραζε στους γειτόνους και τους συγγενείς από τα καλούδια που παρήγαγε άφθονα η εργατικότητά του.
Στις δουλειές του, στο όργωμα και το αλώνισμα, είχε ένα ζευγάρι αγελάδες που τον βοηθούσαν. Καλοταϊσμένα και γερά ζώα και τα δυο, μπορούσαν να προλαβαίνουν όλες τις δουλειές που χρειάζονταν να γίνουν στα κτήματα του Μιχάλη, κι ακόμη οργώματα που αναλάμβανε ο ίδιος στα χωράφια άλλων συγχωριανών.
Ήταν όμορφα ζώα. Η μια η μεγαλύτερη σε ηλικία αγελάδα η μαύρη που ακόμη θ' άντεχε τις δουλειές για πολλά χρόνια, και η νεώτερη η κόρη της η κανελιά. Αυτή έδειχνε πως θ' άντεχε γι ακόμη περισσότερο. Και για βαρύτερες δουλειές.
Αλλά και εκτός από τις δουλειές, οι αγελάδες του κάθε χρόνο γεννούσαν και μεγάλωναν όμορφα μοσχάρια. Και καμάρωνε ο Μιχάλης και γι αυτά. Καμάρωνε και για το γάλα που έβγαζαν όταν τις άρμεγε. Γέμιζαν κουβάδες. Ειδικά εκείνη η νεώτερη η κανελιά έκανε τα χέρια του να πιάνονται από το άρμεγμα.
Είχε όμως ένα κουσούρι εκείνη η κανελιά. Πολλές φορές, μόλις που είχε τελειώσει το άρμεγμα ο Μιχάλης, εκείνη βάραγε μια κλωτσιά στον κουβά και τον έριχνε κάτω και έχυνε το γάλα. Στην αρχή έκανε ο Μιχάλης υπομονή, λέει ακόμη νεαρή και βιτσιόζα είναι, θα της περάσει. Μετά όταν συνέχιζε τα ίδια εκείνη, είχε το νου του και φρόντιζε να τραβά γρήγορα το κουβά από πίσω της πριν προλάβει αυτή να τον αδειάσει. Αλλά μια φορά πάλι μόλις τον τράβηξε, γύρισε εκείνη και του επιτέθηκε και μόλις που πρόλαβε αυτός να γλιτώσει ο ίδιος από τα κέρατά της. Άρχισε τότε να την δένει με πιο κοντό σκοινί ώστε να μην έχει περιθώρια πολλά για να του ξανακάνει επίθεση.
Δεν ήταν στο άρμεγμα τα μόνα προβλήματα που δημιουργούσε στον Μιχάλη. Πολλές φορές στο όργωμα εκείνη έκανε του κεφαλιού της. Τη μια θα προσπαθούσε να τραβήξει μακριά από την γραμμή που έπρεπε να πάει το αλέτρι και παράσερνε και την άλλη σαν πιο δυνατή που ήταν, την άλλη θα στρίμωχνε τον Μιχάλη ή την άλλη αγελάδα σε κανένα τοίχο προσπαθώντας να τους τραυματίσει. Μια φορά μάλιστα όπως σίμωναν οργώνοντας, σ΄ένα δένδρο με χαμηλά κλαδιά, αυτή έτρεξε προς το δένδρο και μπήκε από κάτω, παρασέρνοντας τον Μιχάλη που ακολουθούσε με το αλέτρι, που χτύπησε σ' ένα κλαδί και κόντεψε να μείνει εκεί στον τόπο.
Ο Μιχάλης άρχισε να προβληματίζεται. Όσο και νάκανε υπομονή πιστεύοντας πως θα ηρεμήσει και θα στρώσει η ιδιότροπη αγελάδα του όσο μεγάλωνε, άρχισε ν' απελπίζεται. Το κουβέντιασε με τον αδερφό του κι' εκείνος τον συμβούλεψε να την πουλήσει. Να την δώσει σε κανένα χασάπη για σφάξιμο γιατί η αγελάδα, όσο καλή και νάτανε, δεν έκανε να την έχει κανείς στο σπίτι του για δουλειές.
Ο Μιχάλης όμως την λυπόταν. Ήταν όμορφο και δυνατό ζώο, άντεχε στην σκληρή δουλειά και έβγαζε και πολύ γάλα και του άρεσε να την καμαρώνει και να καυχιέται και στους συγχωριανούς του γι αυτήν, χωρίς ν' αναφέρεται βέβαια στα κουσούρια της.
Έτσι αποφάσισε να την κρατήσει. Για όσο καιρό θα μπορούσαν να συνυπάρχουν.
Ήρθε ξανά το φθινόπωρο, ο καιρός του οργώματος και της σποράς, καληώρα τέτοια εποχή και ο Μιχάλης ξανάπιασε τη δουλειά στα χωράφια με τις γελάδες του. Κάθε βράδυ μετά το όργωμα, περνούσαν από την βρύση του χωριού να πιουν τα ζώα νερό και μετά να πάρουν την ανηφόρα για τον στάβλο.
Είχε πάει καλά η δουλειά εκείνης της μέρας. Και τώρα ανέβαιναν σιγά σιγά το μονοπάτι στην άκρη του γκρεμού, που οδηγούσε στον στάβλο. Η αγελάδα η μαύρη οδηγούσε το δρόμο, ακολουθούσε ο Μιχάλης καβάλα στο μουλάρι του και πίσω ερχόταν η αγελάδα η κανελιά.
Ξαφνικά, η αγελάδα η κανελιά, το καμάρι του Μιχάλη, άνοιξε το βήμα της και ήρθε δίπλα στο μουλάρι, τούκλεισε το δρόμο και με τα πλευρά της το έσπρωξε στον γκρεμό με τον Μιχάλη ακόμη πάνω του.
Η αγελάδα η κανελιά, το καμάρι του Μιχάλη, τον σκότωσε.

Κωστής, Νοέμβρης 2011