Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Ένα μικρό κλεφτόπουλο.


Ένα μικρό κλεφτόπουλο

Χήρες τα μαύρα βγάλετε, τ’άσκημα ρίξετά τα,
Κ’οι κλέφτες εμερώσασι και γίνουνται ραγιάδες
Κ’ ένα μικρό κλεφτόπουλο δε θέλει να μερώσει,
Δε θελει να γενεί ραγιάς χαράτσι να πλερώσει,
Μα καρτερά την άνοιξη να μπεί το καλοκαίρι
Να σύρει νά βγει ‘ς τα βουνά.



Παλιό Κρητικό Ριζίτικο Τραγούδι

Κωστής, Νοέμβρης 2011

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ήλιε μου και φεγγάρι μου.


Ήλιε μου και φεγγάρι μου.

Ήλιε μου και φεγγάρι μου και κοσμογυρευτή μου
σ' ούλο τον κόσμο ανάτειλε σ' ούλο τον κόσμο δώσε
στω Μπαρμπαρέζω τσι αυλές ήλιε μην ανατείλεις
γιατί 'χουν σκάβους όμορφους πολλά παραπονιάρους
και θα 'γραθούν οι αχτίνες σου που τω σκλαβώ τα δάκρυα.


(Παλιό Κρητικό Ριζίτικο τραγούδι.)

Κωστής, Νοέμβρης 2011

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Δικαιοσύνη


Δικαιοσύνη

'Σ τη Πόλη είν' ένας Κατής για τσοι φτωχούς ραγιάδες
και βγάνει τσ' αποφάσεις του ωσάν τσοι λουκουμάδες.
Μια μέρα πήγε 'νας ραγιάς και λέει 'εφέντη του Κατή
Εφέντη μου τση πόρτας μου επήραν το κλειδί,
κι ανοίξανε κι εμπήκανε 'ς την κάμαρή μου μέσα
κ' ευρήκαν τα χρουσαφικά και ούλα μου τα κλέψαν
και δίχως άλλο κατέχω το πως γείτονάς μου τάχει,
εκείνος ο Τσιφούτ' Αγάς 'που κακόν χρόνο νάχει
γιατ΄ είδα την γυναίκα του σήμερις με λουστρίνια
που τσ' άλλες μέρες έβαζε νιζάμιδω ποντίνια.
Πάρε Κατή εφέντη μου κι ένα γουλί τυράκι
κάνει καλό στην όρεξη, να τρώς με το ψωμάκι.
Και ξάνοιξε να μου τα βρεις μπέη μου τα 'κοσάρια
και τσοι Μαμουντιγιέδες μου και πάρε δυο τεσσάρια.
Γύρεψε μεσ' του γείτονα ο σπίτι του Τσιφούτη
κι' άλλο καλό δεν θέλω μπλειό μόνο τη χάρη ετούτη.
Σηκώνετ' ο καλός Κατής και εις τ' Οβραίου πχαίνει
κ'επά κ' εκεί το σπίτι του μονάχος τ' αναγέρνει
Θωρεί εις το σεντούκιν του ένα λαιμό 'κοσάρια
και δυό λαιμούς αγκίνιαστα, άσπρα μαργαριτάρια.
Και λέι του : Έ ! Γιαχουτή, που τάβρες τα 'κοσάρια
-Οι μποντικοί, εφέντη μου τα σέρνανε 'ς τ' αμπάρια
και τάειδα και τω τα 'πηρα ογια να μη χαθούνε
και πάρε και του λόγου σου μερκά μα δε χαλούνε
-Κ' έχεις ετέτοιους μποντικούς εσύ 'ς το σπίτι μέσα
να κουβαλούνε μόνοι τους τέτοιας λογής πεσκέσια;
-Έχω και σου χαρίζω δυό μαζί με την παγίδα.
Που μέσα τρέχουν και βαστούν και μια χρυσ΄αλυσίδα.
-Ευχαριστώ σου. Φύλαξε τ' άλλα για το μεντέτι.
Φωνάζει τότες κι ο ραγιάς. Κρίμας ! Και το τυρί μου;
-Οι μποντικοί το φάγανε του γείτονα παιδί μου.

(Από την συλλογή Κρητικά Δημοτικά Τραγούδια υπό Αριστείδου Κριάρη.
Έκδοση 1920).

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Η αγελάδα του Γρηγορομιχάλη

Η αγελάδα του Γρηγορομιχάλη

Ζούσε πριν πολλά χρόνια στο χωριό μου ένας νοικοκύρης, άξιος και ψυχωμένος γεωργός. Ο Γρηγορομιχάλης ο Θεός να του συχωρέσει. Ήταν πάντα του εργατικός και μερακλής. Όλα τα κτήματά του, τα χωράφια του, οι ελιές του, τ' αμπέλια του και οι κήποι του πάντα όμορφα καλλιεργημένα και περιποιημένα. Κάθε μέρα, εκτός από τις Κυριακές και τις γιορτές βρισκόταν στα περιβόλια του και τα φρόντιζε. Πάντα έβρισκε κάτι να κάνει. Να σκάλίσει λίγο, να κόψει κανένα κλαδί ή κανένα ζιζάνιο που πεταγόταν εκεί που δεν έπρεπε. Και όταν πάλι δεν έβρισκε κάτι να συγυρίσει, καθότανε σε μια άκρη και καμάρωνε τα υπάρχοντά του.
Ήταν καλός άνθρωπος. Πάντα του μοίραζε στους γειτόνους και τους συγγενείς από τα καλούδια που παρήγαγε άφθονα η εργατικότητά του.
Στις δουλειές του, στο όργωμα και το αλώνισμα, είχε ένα ζευγάρι αγελάδες που τον βοηθούσαν. Καλοταϊσμένα και γερά ζώα και τα δυο, μπορούσαν να προλαβαίνουν όλες τις δουλειές που χρειάζονταν να γίνουν στα κτήματα του Μιχάλη, κι ακόμη οργώματα που αναλάμβανε ο ίδιος στα χωράφια άλλων συγχωριανών.
Ήταν όμορφα ζώα. Η μια η μεγαλύτερη σε ηλικία αγελάδα η μαύρη που ακόμη θ' άντεχε τις δουλειές για πολλά χρόνια, και η νεώτερη η κόρη της η κανελιά. Αυτή έδειχνε πως θ' άντεχε γι ακόμη περισσότερο. Και για βαρύτερες δουλειές.
Αλλά και εκτός από τις δουλειές, οι αγελάδες του κάθε χρόνο γεννούσαν και μεγάλωναν όμορφα μοσχάρια. Και καμάρωνε ο Μιχάλης και γι αυτά. Καμάρωνε και για το γάλα που έβγαζαν όταν τις άρμεγε. Γέμιζαν κουβάδες. Ειδικά εκείνη η νεώτερη η κανελιά έκανε τα χέρια του να πιάνονται από το άρμεγμα.
Είχε όμως ένα κουσούρι εκείνη η κανελιά. Πολλές φορές, μόλις που είχε τελειώσει το άρμεγμα ο Μιχάλης, εκείνη βάραγε μια κλωτσιά στον κουβά και τον έριχνε κάτω και έχυνε το γάλα. Στην αρχή έκανε ο Μιχάλης υπομονή, λέει ακόμη νεαρή και βιτσιόζα είναι, θα της περάσει. Μετά όταν συνέχιζε τα ίδια εκείνη, είχε το νου του και φρόντιζε να τραβά γρήγορα το κουβά από πίσω της πριν προλάβει αυτή να τον αδειάσει. Αλλά μια φορά πάλι μόλις τον τράβηξε, γύρισε εκείνη και του επιτέθηκε και μόλις που πρόλαβε αυτός να γλιτώσει ο ίδιος από τα κέρατά της. Άρχισε τότε να την δένει με πιο κοντό σκοινί ώστε να μην έχει περιθώρια πολλά για να του ξανακάνει επίθεση.
Δεν ήταν στο άρμεγμα τα μόνα προβλήματα που δημιουργούσε στον Μιχάλη. Πολλές φορές στο όργωμα εκείνη έκανε του κεφαλιού της. Τη μια θα προσπαθούσε να τραβήξει μακριά από την γραμμή που έπρεπε να πάει το αλέτρι και παράσερνε και την άλλη σαν πιο δυνατή που ήταν, την άλλη θα στρίμωχνε τον Μιχάλη ή την άλλη αγελάδα σε κανένα τοίχο προσπαθώντας να τους τραυματίσει. Μια φορά μάλιστα όπως σίμωναν οργώνοντας, σ΄ένα δένδρο με χαμηλά κλαδιά, αυτή έτρεξε προς το δένδρο και μπήκε από κάτω, παρασέρνοντας τον Μιχάλη που ακολουθούσε με το αλέτρι, που χτύπησε σ' ένα κλαδί και κόντεψε να μείνει εκεί στον τόπο.
Ο Μιχάλης άρχισε να προβληματίζεται. Όσο και νάκανε υπομονή πιστεύοντας πως θα ηρεμήσει και θα στρώσει η ιδιότροπη αγελάδα του όσο μεγάλωνε, άρχισε ν' απελπίζεται. Το κουβέντιασε με τον αδερφό του κι' εκείνος τον συμβούλεψε να την πουλήσει. Να την δώσει σε κανένα χασάπη για σφάξιμο γιατί η αγελάδα, όσο καλή και νάτανε, δεν έκανε να την έχει κανείς στο σπίτι του για δουλειές.
Ο Μιχάλης όμως την λυπόταν. Ήταν όμορφο και δυνατό ζώο, άντεχε στην σκληρή δουλειά και έβγαζε και πολύ γάλα και του άρεσε να την καμαρώνει και να καυχιέται και στους συγχωριανούς του γι αυτήν, χωρίς ν' αναφέρεται βέβαια στα κουσούρια της.
Έτσι αποφάσισε να την κρατήσει. Για όσο καιρό θα μπορούσαν να συνυπάρχουν.
Ήρθε ξανά το φθινόπωρο, ο καιρός του οργώματος και της σποράς, καληώρα τέτοια εποχή και ο Μιχάλης ξανάπιασε τη δουλειά στα χωράφια με τις γελάδες του. Κάθε βράδυ μετά το όργωμα, περνούσαν από την βρύση του χωριού να πιουν τα ζώα νερό και μετά να πάρουν την ανηφόρα για τον στάβλο.
Είχε πάει καλά η δουλειά εκείνης της μέρας. Και τώρα ανέβαιναν σιγά σιγά το μονοπάτι στην άκρη του γκρεμού, που οδηγούσε στον στάβλο. Η αγελάδα η μαύρη οδηγούσε το δρόμο, ακολουθούσε ο Μιχάλης καβάλα στο μουλάρι του και πίσω ερχόταν η αγελάδα η κανελιά.
Ξαφνικά, η αγελάδα η κανελιά, το καμάρι του Μιχάλη, άνοιξε το βήμα της και ήρθε δίπλα στο μουλάρι, τούκλεισε το δρόμο και με τα πλευρά της το έσπρωξε στον γκρεμό με τον Μιχάλη ακόμη πάνω του.
Η αγελάδα η κανελιά, το καμάρι του Μιχάλη, τον σκότωσε.

Κωστής, Νοέμβρης 2011

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Ο Μανούσος.



Ο Μανούσος


Εκείνος ο Αύγουστος ήταν ζεστός. Όπως κάθε Αύγουστος. Πριν σαράντα τόσα χρόνια όμως, δεν ήταν μόνο η ζέστη που τυραννούσε τον κόσμο. Ήταν και η καταπίεση που ένιωθε κανείς στον σβέρκο του από την χούντα που κυβερνούσε την Ελλάδα τόσα χρόνια και που χρόνο με το χρόνο, γινόταν όλο και πιο αβάσταχτη.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, εκείνο το βράδυ είχε μεγάλη κίνηση. Κόσμος πολύς περίμενε να μπει στον σταθμό το “Ακρόπολις Εξπρές” που είχε ξεκινήσει από την Αθήνα και θα σταμάταγε στην Θεσσαλονίκη για μισή ώρα, να φορτώσει τους εργάτες που είχαν έρθει για μερικές μέρες με άδεια στην πατρίδα, και τώρα περίμεναν να ξαναμπούν στο τρένο και να γυρίσουν πίσω στα εργοστάσια και τις φάμπρικες της Γερμανίας. Οι ταξιδιώτες και οι συγγενείς και οι φίλοι που είχαν έρθει να τους αποχαιρετίσουν, γέμιζαν την αποβάθρα όταν το τρένο άρχισε να μπαίνει σιγά σιγά στον σταθμό.
Μόλις σταμάτησε, ο κόσμος άρχισε να στριμώχνεται στις πόρτες, οι πρώτοι που μπήκαν μέσα έψαξαν να βρουν μια θέση και να πετάξουν μια βαλίτσα πάνω για να την καταλάβουν και αμέσως ξαναβγήκαν στα παράθυρα για να τους δώσουν όσοι βρισκόταν ακόμη απ' έξω τα υπόλοιπα μπαγκάζια, τα παιδιά που έκλαιγαν, τις τσάντες με το φαγητό για το δρόμο και κανένα πεταχτό φιλί.
Πάνω στην αναμπουμπούλα και τον χαμό, σηκώθηκε ο Μανούσος από την γωνιά που ήταν κρυμμένος, χώθηκε και αυτός ανάμεσα στο πλήθος και μπήκε στο τρένο. Προσπαθούσε όσο μπορούσε ν' ανακατευτεί με τους υπόλοιπους, να ζαρώνει όσο μπορεί και να μην δίνει στόχο. Να περνά όσο το δυνατόν απαρατήρητος. Γιατί ο Μανούσος ήταν καταζητούμενος. Όλες οι δυνάμεις της ασφάλειας της χούντας, επίσημες και ανεπίσημες, τον έψαχναν σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Και στην Κρήτη που ήταν ο τόπος της καταγωγής του, και στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη και αλλού. Έψαχναν σταθμούς και λιμάνια για να τον βρουν .
Είχε έρθει από το εξωτερικό με πλαστό διαβατήριο, σταλμένος από το ΠΑΚ με ορισμένη αποστολή και οδηγίες, σχετικές με την αντίσταση ενάντια στην χούντα στο εσωτερικό. Δεν άργησε όμως να μάθει για τις κινήσεις του η ασφάλεια, και γρήγορα τον έπιασαν και κατέληξε στην Αθήνα, στο περίφημο κολαστήριο ψυχών και σωμάτων, το ΕΑΤ/ΕΣΑ. Ήταν το μέρος που μάζευαν όλους εκείνους που θεωρούσαν πως ήταν η σοβαρότερη απειλή για το καθεστώς. Εκεί ήταν μαζεμένη και η αφρόκρεμα των βασανιστών. Και τους έκαναν όλους να βλαστημούν την ώρα και την στιγμή που τους γέννησε η μάννα τους. Εκεί ήταν το μέρος που ανακάλυπταν καθημερινά καινούριους τρόπους βασανισμού και που είχαν αντικείμενα για να τους δοκιμάζουν και να τους εφαρμόζουν. Εκεί, στο κέντρο της Αθήνας, που ακόμη και τώρα αν περάσει απ' έξω κανείς, ανατριχιάζει γιατί νιώθει ακόμη τις κραυγές του πόνου και ακούει τους αναστεναγμούς όσων μαρτύρησαν εκεί μέσα.
Εκεί μετέφεραν και τον Μανούσο και άρχισαν να τον περιποιούνται όπως τόσους και τόσους. Λίγοι μπορούσαν να ξεφύγουν από κει μέσα, αλλά ο Μανούσος κατάφερε ν' αποδράσει. Κρυβόταν από δω και από κει για δυο βδομάδες, μέχρι που μπόρεσε να πάει στην Θεσσαλονίκη, εκεί κάποιος τον βοήθησε να βγάλει εισιτήριο και τώρα ήταν στο τρένο για να φύγει ξανά στο εξωτερικό.
Λίγο πριν ξεκινήσει το τρένο, ο Μανούσος είδε να μπαίνουν μέσα και οι χωροφύλακες του ελέγχου διαβατηρίων. Αυτοί είχαν ένα σύστημα να ξεκινούν να δουλεύουν πλάτη με πλάτη, από το ενδιάμεσο των βαγονιών και σιγά σιγά ν' απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο. ΄Ετσι δεν μπορούσε να τους ξεφύγει κανείς. Ήλεγχαν όλα τα βαγόνια, τα διαμερίσματα, τις τουαλέτες τα πάντα. Και αν ήταν κάποιος καταζητούμενος, δεν είχε πως να ξεφύγει. Το τρένο δεν έκανε καμιά στάση μέχρι τα σύνορα με την Γιουγκοσλαβία, τον σταθμό της Ειδομένης. Ο Μανούσος, μόλις τους αντιλήφθηκε να τον πλησιάζουν, χώθηκε μέσα σε μια τουαλέτα, αλλά όταν του χτύπησε ο χωροφύλακας για να του ζητήσει το διαβατήριο, εκείνος προφασίστηκε πως είχε πρόβλημα, και τον παρακάλεσε να προχωρήσει και θα του έφερνε το διαβατήριο για να το σφραγίσει. Τον είχε πετύχει τον Μανούσο ο χωροφύλακας, την ώρα που εκείνος προσπαθούσε, μ' έναν νυχοκόπτη ν' ανοίξει μια καταπακτή πάνω από την τουαλέτα και να χωθεί εκεί μέσα μέχρι να φτάσουν στα σύνορα και να τελειώσει ο έλεγχος. Πολλοί είχαν καταφέρει να δραπετεύσουν από την Ελλάδα χωμένοι εκεί μέσα.
Αλλά τον Μανούσο τον πρόλαβαν. Και τώρα σκέφθηκε πως αν δεν πάει διαβατήριο στον χωροφύλακα, εκείνος θα γυρίσει πίσω να τον ψάχνει. Και θάψαχνε και την κρύπτη που θα τον έκρυβε. Απελπισμένος, ενώ το τρένο έτρεχε πάνω στις ράγες για τα σύνορα και την ελευθερία του, εκείνος άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα του βαγονιού και κρεμάστηκε απ έξω. Πως τα κατάφερε δεν ξέρω, αλλά γλίστρησε στο κενό, ανάμεσα στα δυο βαγόνια, και σιγά σιγά μπόρεσε ν' αναρριχηθεί στην οροφή. Αυτό το πράγμα μπορεί να τόχουμε δει να συμβαίνει στα κινηματογραφικά έργα με συνθήκες ασφαλείας για εκείνους που το κάνουν, αλλά με το τρένο να τρέχει μέσα στην νύχτα και τα βαγόνια να κολλάνε και ν' απομακρύνονται το ένα από το άλλο δεν νομίζω πως θα μπορούσα να φανταστώ πως μπορεί να γίνει. Με το τρένο και σταματημένο ακόμη, το θεωρώ δύσκολο.
Μπορεί νάτανε τα μέσα του Αυγούστου, καλοκαίρι στο φόρτε του και με τις νύχτες ακόμη ζεστές, αλλά πάνω στην οροφή του τρένου που τρέχει με ταχύτητα μέσα στην νύχτα, έκανε κρύο. Κι ο Μανούσος άρχισε να παγώνει. Κάτι έπρεπε να κάνει. Άρχισε να πηδά από βαγόνι σε βαγόνι, με το τρένο πάντα σε κίνηση, κι έφτασε στο πρώτο, που ήταν το βαγόνι-εστιατόριο και από κάτω είχε κουζίνα και ζέστη. Εκεί γαντζώθηκε απελπισμένος και περίμενε να φτάσουνε στα σύνορα. Το βαγόνι-εστιατόριο όμως, πάει μέχρι τα σύνορα μόνο, πράγμα που δεν τόξερε. Όταν είδε πως ετοιμαζόντουσαν να το κόψουν από το υπόλοιπο τρένο, πήδηξε ξανά στο επόμενο και περίμενε. Είχε κολλήσει με την κοιλιά πάνω στην οροφή, αλλά έπεσε πάνω του ο προβολέας της μηχανής που γυρνούσε για να δέσει και να τραβήξει το υπόλοιπο τρένο και ο μηχανοδηγός τον είδε. Μέχρι εκεί κράτησε η τύχη του Μανούσου. Ο μηχανοδηγός, σαν καλός Έλληνας και πατριώτης που ήταν, κατέβηκε από την μηχανή και ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας του ελέγχου των διαβατηρίων. Αυτός πήρε μαζί του ένα φακό και ένα χωροφύλακα, βρήκε τον Μανούσο και τον κατέβασε από το τρένο.
Όπως τον οδηγούσε στα γραφεία της υπηρεσίας, τον ρώτησε πως λέγεται, κι όταν έμαθε τ' όνομά του του κόπηκαν τα πόδια. Τον ήξερε ο αξιωματικός υπηρεσίας. Δεν είχε γνωρίσει τον ίδιο προσωπικά, ήταν λίγο μεγαλύτερός του, αλλά ήξερε την οικογένειά του στην Κρήτη, ήταν ίδιας ηλικίας και συμμαθητές με έναν από τους αδελφούς του, είχε ακούσει για την δράση του στο εξωτερικό και πως είχε έρθει στην Ελλάδα με πλαστό διαβατήριο και πως τον είχαν πιάσει και τον κρατούσαν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ.
Άρχισε να βλαστημά την ώρα και την στιγμή που είχε αποφασίσει να κάμει την στρατιωτική θητεία του στην χωροφυλακή και το μόνο που κατάφερε να τον ρωτήσει ήταν πως βρέθηκε εκεί, αφού τον είχαν κρατούμενο στην Αθήνα. (Οι άνθρωποι της χούντας δεν ήθελαν να μαθευτεί πως είχε καταφέρει ν' αποδράσει κρατούμενος από το ΕΑΤ/ΕΣΑ και δεν είχαν στείλει σήματα σχετικά με την απόδραση. Τον έψαχναν μόνοι τους.)
Έβαλε ένα χωροφύλακα σκοπό να τον φυλάει, του παρήγγειλε καφέ να συνέλθει κάπως, τελείωσε η διαδικασία ελέγχου των διαβατηρίων και το τρένο έφυγε χωρίς τον Μανούσο. Ο αξιωματικός υπηρεσίας άρχισε να τον ρωτά για την οικογένειά του, τ' αδέρφια του, και έμαθε τα σχετικά. Τότε εμφανίστηκε και ο υποδιοικητής του ελέγχου διαβατηρίων και όταν έμαθε ποιος ήταν ο κρατούμενος, διέταξε να τον δέσουν με χειροπέδες, και άρχισαν να ετοιμάζουν δικογραφία για να τον οδηγήσουν στον εισαγγελέα την άλλη μέρα, για απόπειρα φυγής στο εξωτερικό χωρίς να έχει τα απαραίτητα (τότε) ταξιδιωτικά έγγραφα.
Έφυγαν και τα σχετικά σήματα προς τις αρμόδιες προϊστάμενες υπηρεσίες για να ενημερωθούν για την σύλληψη. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα και εμφανίστηκαν μερικά αυτοκίνητα με συμβατικούς αριθμούς κυκλοφορίας, με ανθρώπους που όταν τους έβλεπες σ' έπιανε τρόμος. Μερικών τα ονόματα τα είχες ακούσει αλλά δεν φημιζόντουσαν για τις κοινωνικές τους σχέσεις. Σε ορισμένους μόνο κύκλους ήταν γνωστά τα ονόματα. Αλλά όχι και οι φάτσες τους. Ήρθαν λοιπόν οι άνθρωποι της χούντας, από την ΚΥΠ και το ΕΑΤ/ΕΣΑ, οι πρώην φρουροί του Μανούσου, για να εγκατασταθούν στα σύνορα και να ελέγχουν τα τρένα επειδή είχαν λέει πληροφορίες πως θα επιχειρήσει ξανά ν' αποδράσει στο εξωτερικό. Η κουβέντα γινόταν στον ίδιο χώρο που βρισκόταν ο ίδιος, αλλά κανείς απ' όλους αυτούς δεν τον αναγνώριζε. Είχε αλλάξει η εμφάνισή του, είχε και δυο βδομάδων γένια τώρα και δεν τους έλεγε τίποτα το πρόσωπό του. Όταν έμαθαν ποιος ήταν ο κρατούμενος, ετοιμάστηκαν τα πρωτοπαλίκαρα των βασανιστών να του ορμήξουν, και μόνο με απειλή χρήσης όπλων κατάφεραν οι χωροφύλακες να τους κρατήσουν μακριά απ' αυτόν. Απαίτησαν τότε από τους χωροφύλακες να τους τον παραδώσουν, αλλά και πάλι πήραν απάντηση πως θάπρεπε να τον ζητήσουν από τον εισαγγελέα όπου θα τον οδηγούσαν την επομένη το πρωί.
Άρχισαν τότε να πέφτουν διάφορα τηλέφωνα. Από και προς τα σύνορα. Από υπηρεσίες διάφορες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Και ήρθε στο τέλος εντολή να παραδοθεί ο Μανούσος σ' εκείνους που τον ήθελαν τόσο πολύ και να καταστραφεί η δικογραφία που είχε ξεκινήσει. Όπως και έγινε.
....................................................................................................................................
Ο Μανούσος ήταν παλικάρι. Η ιστορία του δεν τελειώνει εδώ που την σταματώ εγώ. Έχει και συνέχεια εξ ίσου ενδιαφέρουσα. Και εξ ίσου χαρακτηριστική του άντρα. Το όνομά του ακούστηκε αρκετές φορές στην συνέχεια όσο κράτησε ακόμη η χούντα και μετά που έπεσε το 1974. Εγώ σταματώ την ιστορία εδώ, γιατί αν ξεκινήσω να γράφω την συνέχεια, τότε θα είναι σαν να ομολογώ τ' όνομά του. Και δεν θέλω. Θέλω μόνο να πω, πως υπήρχαν και τότε και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι σαν τον Μανούσο που τόλεγε η ψυχή τους.
Την θυμήθηκα την ιστορία του τώρα γιατί τέτοιες ζεστές μέρες έγινε. Κάποια μέρα στα μέσα του Αυγούστου στις αρχές της δεκαετίας του '70.


Κωστής. Αύγουστος 2011