Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Ο Γιώργης ο καφετζής.


Ο Γιώργης ο καφετζής

-Κωστάκη, θωρείς με ?!! Είμαι Θεός και βρέχω !!!!!
Έβρεχε, αλλά Θεός δεν ήτανε. Ήτανε ο Γιώργης που είχε το καφενείο απέναντι από τον Άι-Γιάννη στο Τζιτζιφέ, κοντά στο σπίτι μου και είναι από τους πρώτους χωριανούς που θυμούμαι. Θάμουνα δεν θάμουνα τεσσάρων χρονών και μ’ είχε πάρει ο πατέρας μου στο καφενείο και εκεί τον γνώρισα να βαστά ένα ποτιστήρι και να καταβρέχει την αυλή του κάτω από τις μουριές και τον δρόμο να κάτσει λιγάκι η σκόνη και να δροσίσει λίγο ο τόπος για να μπει στο καφενείο κανείς χωριανός ή περαστικός να πιει κανένα καφέ ή κανένα ποτό.
Φιγούρα του Άι-Γιαννιού, με το χαρακτηριστικό ύφος του, το περίεργο μαλλί του, κυκλοθυμικός, άλλες φορές ορεξάτος να πειράζει όλο τον κόσμο, μικρούς και μεγάλους και άλλες φορές πάλι μουτρωμένος να μην ανέχεται κουβέντα.
Οι πελάτες του καφενείου, πάντα λιγοστοί, του άφηναν χρόνο για να παίρνει και κανένα ύπνο κατά διαστήματα, ακουμπώντας το χέρι του στην πλάτη μιας καρέκλας, εκτός αν ήταν κάποια γιορτή οπότε τον απασχολούσαν περισσότερο.
Επειδή ήταν γειτονιά μου και όταν μικροί δεν είχαμε τίποτα να κάνομε, την περισσότερη ώρα μας την περνούσαμε στον Άι-Γιάννη που ήταν και το κέντρο της γειτονιάς, είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθώ, ν’ ακούω τα πειράγματά του ή τις φωνές του και να θυμούμαι μέχρι σήμερα τον μοναδικό τρόπο που λειτουργούσε το καφενείο.
Εκείνα τα χρόνια, ύδρευση δεν είχε ακόμη το χωριό, και το νερό έπρεπε να το κουβαλήσει. Όπως ερχόταν από το σπίτι του, από την άλλη γειτονιά, γέμιζε και δυο κουβάδες νερό όπως πέρναγε από την βρύση και τους ανέβαζε την ανηφόρα του Άσπρουγα. Εκείνη ήταν και η καλύτερη ώρα για να πιει κανείς ένα ποτήρι δροσερό νερό το καλοκαίρι. Την ώρα που άνοιγε το καφενείο. Ύστερα από μισή ώρα το νερό έκανε μόνο για ξύρισμα. Όταν όμως εμφανιζόταν κανείς ξένος, ή το απόγευμα, πεταγόταν πάλι σε κάποια κοντινή στέρνα ν' ανανεώσει τις προμήθειές του σε δροσερό νερό. Πολλές φορές υπέμενε τα πειράγματα και τις παρατηρήσεις των πελατών για το νερό αλλά έκανε πως δεν άκουγε. Μόνο μια φορά, κάποιος ξένος, δασκαλεμένος, για να τον πειράξει, του παρήγγειλε «ένα καφέ και ένα νερό μα ζεστό !!!». Και αυτός τον στραβοκοίταξε, μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στα δόντια του και δεν απήντησε.
Διέθετε βέβαια το καφενείο και μια παλιά παγωνιέρα για ώρα ανάγκης και έφερνε πότε πότε και κανένα κομμάτι πάγο από τα Χανιά, αλλά πόσο να κρατήσει κι αυτός. Οι γκαζόζες του όμως και οι πορτοκαλάδες ήταν πιο δροσερές, επειδή τις κατέβαζε στο υπόγειο που υπήρχε κάτω από τον πάγκο του μαγαζιού και τις έχωνε σε κάποια γούρνα με νερό.
Χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος που έπλενε τα ποτήρια και τα φλιτζάνια των πελατών. Έριχνε λίγο νερό στο πρώτο ποτήρι, έβαζε τα δάχτυλά του μέσα, και άρχιζε να το τρίβει, με τον ανατριχιαστικό ήχο που βγάνανε τα δάχτυλά του πάνω στο βρεγμένο γυαλί, και το ποτήρι ήταν πλυμένο και καθαρό έτοιμο να χρησιμοποιηθεί από τον επόμενο πελάτη. Το νερό το ίδιο πήγαινε στο επόμενο ποτήρι και ούτω καθ’ εξής, μέχρι να πλυθούν όλα και να τοποθετηθούν στο ράφι τους. Το νερό που έφτανε στο τελευταίο ποτήρι, είχα ένα χρώμα καφετί-σταχτί, αφού τώρα πια είχαν πλυθεί και τα δάχτυλά του. Η ίδια διαδικασία γινόταν και για το πλύσιμο των φλιτζανιών, μόνο που αυτά τα κρεμούσε σε καρφάκια στον τοίχο για να είναι έτοιμα για χρήση. Δεν τα έλεγχε όμως και πολύ πριν να ρίξει τον καφέ μέσα να τον σερβίρει και μια φορά έτυχε να σερβιριστεί μαζί με τον καφέ και ένας πολύποδας που είχε βρει καταφύγιο μέσα σ’ ένα φλιτζάνι. Τον χειμώνα τα πράγματα ήταν πιο απλά. Ζήτηση για δροσερό νερό και αναψυκτικά δεν υπήρχε μεγάλη, καφέδες, βραστάρια και σουμάδα ήταν πιο πολύ σε ζήτηση και πάνω στην ξυλόσομπα μονίμως υπήρχε η κατσαρόλα με το ζεστό νερό. Εξακολουθούσαν οι πελάτες, γύρω από τη σόμπα να παίζουν την κοντσίνα την πρέφα ή την ξερή, με έπαθλο δυο λουκούμια ή μια γκαζόζα στα δύο, αλλά η φασαρία στο μαγαζί μέσα ήταν τώρα λιγότερη επειδή τον καφετζή τον έπαιρνε ο ύπνος πιο συχνά κοντά στη ζεστασιά της σόμπας.
Πολλές φορές τα Σαββατοκύριακα, το καφενείο έκανε και χρέη κουρείου όταν ερχόταν ο Σταυράκης από την άλλη γειτονιά με το κασελάκι με τα σύνεργα του κουρείου παραμάσχαλα να περιποιηθεί τους δικούς του πελάτες. Μια φορά πάντως τον θυμάμαι που κούρευε και ξύριζε τον Γιώργη, του ξέφυγε λιγάκι το ξυράφι και ακούμπησε σε μια μεγάλη ελιά που είχε στο μάγουλο και τον επήραν τα αίματα. Και αυτός, γύρισε με τον χαρακτηριστικό τρόπο του και του είπε «Ήντα σε πείραζε η ελιά εκειδά που την είχα και έβαλες τη σκαλίδα να την ξεπατώσεις».
Τα πειράγματα πάντως όσο βρισκόταν κανείς κοντά του, έδιναν και έπαιρναν. Και στον ίδιο άρεσε να πειράζει, αλλά και τα δεχόταν από άλλους. Μικροί και μεγάλοι γινόντουσαν στόχος του όταν είχε όρεξη. Μόνιμος στόχος του ήμουνα εγώ επειδή όλη την ώρα τριγυρνούσα στον Άι-Γιάννη. Αλλά και μεγαλύτεροι όπως ο Μενέλαος, είτε περνούσε με τα ζώα του μπροστά από το καφενείο είτε καθόταν να πιει καφέ.
Μια φορά που έτυχε να είναι στο καφενείο ο Μενέλαος, με ρωτά :
-Κωστάκη, πώς κάνει η αγελάδα του Μενέλαου; Και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση :
-Μμμμμμμμμμμμμμμμενέλαε……
Άλλη μια φορά πάλι πέρναγε από το καφενείο η Σοφία και της λέει :
-Σοφία, θα σου πω ένα αίνιγμα και αν το βρεις θα σε κεράσω. Και συνεχίζει :
-Πόσα μάτια έχουνε μαζί ο Σωμαράς και ο γάιδαρός του. Εννοώντας τον Σωμαρά, που έμενε δίπλα στο καφενείο και ήταν μονόφθαλμος. Και η Σοφία απάντησε φυσικά «τρία».
-Έχασες, της λέει, και οι δυο μαζί έχουνε δυο μάτια!!!!. (Εκείνες τις μέρες είχε χάσει και ο γάιδαρος το ένα του μάτι).
Κατά τη διάθεση που είχε, άνοιγε καμιά φορά το ράδιο του καφενείου, όταν είχε μπαταρία φορτισμένη βέβαια, για ν’ ακούσομε καμιά είδηση από τον κόσμο πέρα από το χωριό μας ή λίγη μουσική, κρητική συνήθως.
Οι σχέσεις του με μας, την μαρίδα που γυρνάγαμε στον Αι-Γιάννη, συνήθως ήταν καλές. Μόνο όταν κάναμε πολλή φασαρία και δεν τον αφήναμε να κοιμηθεί μας φώναζε. Όμως μια περίοδο κάθε χρόνο τα χαλάγαμε για καμιά βδομάδα και γινόμαστε πραγματικά αντίπαλοι με μίσος ο ένας για τον άλλο. Και ήταν την περίοδο πριν το Πάσχα και ιδίως την Μεγάλη Βδομάδα, που τα σχολεία ήταν κλειστά και εμείς, όσο δεν ψάχναμε να βρούμε ξύλα για το κάψιμο του Ιούδα, είμαστε κρεμασμένοι από το σκοινί της καμπάνας του Άι-Γιαννιού.
Συνέχεια χτυπούσαμε την καμπάνα, όλες τις ώρες της ημέρας και φυσικά δεν τον αφήναμε να απολαύσει τον ύπνο του. Δεν είχαμε υπ’ όψιν μας την μαντινάδα που λέει :
Όταν κοιμάται ο δυστυχής
Κανείς μην τον ξυπνήσει
Γιατί ‘ναι η μόνη του χαρά
Τ’ όνειρο. Και θα σβήσει.
Εκείνες τις μέρες ξεσπούσε ανάμεσά μας ένας πραγματικός πόλεμος, με κάθε πλευρά να προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβάλλει τις θέσεις της. Εμείς να βρίσκουμε τρόπο να χτυπούμε συνέχεια την καμπάνα και αυτός να μας αποτρέπει με το καλό στην αρχή, με φοβέρες και απειλές στην συνέχεια και τέλος κλειδώνοντας η μπερδεύοντας το σκοινί της καμπάνας γύρω από το καμπαναριό. Κι εμείς πάλι είχαμε λάβει τα μέτρα μας για την περίπτωση αυτή με κάποιο μακρύ καλάμι που είχαμε πρόχειρο και διαθέσιμο να ξεκρεμάσουμε το σκοινί. Η διαμάχη και ο πόλεμος κρατούσε όλη τη μεγάλη βδομάδα και έληγε το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα χωρίς να μπορούμε να πούμε ποιος βγήκε νικητής και ποιος χαμένος. Μια φορά, θέλοντας να καλοπιάσει κάποιον από μας, θαρρώ πώς ήταν ο Μανόλης ο Αποστολάκης, του λέει :
-Μανωλάκι, να σου δώσω ένα λουκούμι να σταλίξης το σκοινί της καμπάνας. Κι ο Μανόλης συμφώνησε και έφαγε το λουκούμι αφού εστάλιξε το σκοινί. Αλλά είχε και το καλάμι κρυμμένο πίσω από την εκκλησία και σε πέντε λεφτά ξανάρχισε να χτυπά την καμπάνα με περισσότερο ζήλο από πριν.
Οπότε κι ο Γιώργης δεν άντεξε και με το δίκιο του. Και βάζοντας τα χέρια του στη μέση του γύρισε και τον κοίταξε στραβά και του είπε:
-Ε.. Δεν πας εδά στο γέρο (ν)το διάολο.

Τα χρόνια περνούνε σιγά-σιγά χωρίς να το παίρνομε χαμπάρι. Μεγαλώσαμε εμείς και φύγαμε από το χωριό ένας-ένας. Μεγάλωσε και ο Γιώργης και γέρασε, έμεινε όμως στο χωριό χωρίς ποτέ του να παντρευτεί, να μένει με την αδερφή του την Κατερίνη και να φροντίζει το καφενείο του και καμιά δεκαριά προβατίνες που είχανε. Όσο και να μεγάλωσε όμως και όσο και να γέρασε μου φαινότανε πως δεν άλλαζε παρά παρέμενε ο ίδιος όσα χρόνια και να περνούσαν. Το μόνο που μου φαίνεται πως άλλαξε ήταν η έντονη απουσία του από τον Άι-Γιάννη και την γειτονιά όταν σταμάτησε να ασχολείται με το καφενείο και το παρέλαβε ο ανιψιός του. Έχασε η γειτονιά. Και το χωριό.
Όπως χάνει όταν φεύγουν για πάντα οι άνθρωποι που δίνουν ζωή σ’ ένα τόπο. Και χάνουμε και εμείς που έχομε μείνει με τις εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια στο μυαλό και θέλομε όταν πάμε, έστω για λίγο στο χωριό, ύστερα από τόσα χρόνια που περάσανε, να βρούμε τα πράγματα και τους ανθρώπους όπως τους αφήσαμε.
Κι όταν δεν τους βρίσκουμε εκεί που τους ψάχνουμε, προσπαθούμε κρυφά να σκουπίσουμε το δάκρυ που αρχίζει να κυλά στο μάγουλο.



Κωστής Ιούλης 2011

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Η βρύση του Τζιτζιφέ.

Η Βρύση του Τζιτζιφέ

Το χωριό μας, μικρό δυο γειτονιές, καμιά εκατοστή άντε εκατόν πενήντα σπίτια όλα μαζί, τα πιο πολλά άδεια τώρα, πιο παλιά γεμάτα με τις φαμελιές, άλλες μικρές άλλες μεγάλες, είναι θαρρείς κολλημένο στις ρίζες της Μαδάρας.
Από τη νότια πλευρά ορθώνεται η Μαδάρα, απότομη και αφιλόξενη πολλές φορές, όμορφη όμως, ν’ αλλάζει χρώματα κατά την εποχή του χρόνου, σαν την νέα γυναίκα που αλλάζει τα φουστάνια της, πολύχρωμη και μυρωδάτη, την άνοιξη να φορεί τα πιο λαμπερά της φορέματα και να πρασινίζει από την βλάστηση και αργότερα, όπως αρχίζουν ν’ ανθίζουν τα λουλούδια και τα κλαδιά, να φορά τα πολύχρωμα φορέματά της για να τραβήξει πάνω της τα ζουζούνια και τις μέλισσες πάλι σαν τις κοπελιές που θέλουνε να τραβήξουνε πάνω τους τα βλέμματα των αγοριών. Το καλοκαίρι πάλι, που στρίβει το χορτάρι και ξεραίνεται ο τόπος από την αναβροχιά τα χρώματα αλλάζουνε στο πιο καφετί και μόνο σε τόπους-τόπους φαίνεται λιγάκι πρασινάδα από μερικά δεντρά, που γλιτώσανε από παλιότερες πυρκαγιές και τώρα ομορφαίνουν τον ξερότοπο πάλι σαν το στολίδι στο στήθος της κοπελιάς. Το φθινόπωρο πάλι θ’ αρχίσει να πρασινίζει ο τόπος, όταν οι πρώτες βροχές ξυπνήσουνε τους σπόρους που είναι θαμμένοι στο χώμα και να τους δώσουνε ζωή. Μέχρι ν’ αρχίσουνε να πέφτουνε τα πρώτα χιόνια, λίγο πιο ψηλά από το χωριό, και να σκεπάσουνε τα πάντα και να μοιάζει η Mαδάρα σαν την νύφη που κίνησε για την εκκλησιά με τα πέπλα της και τα φορέματα της τα άσπρα.
Η βορινή πλευρά του χωριού, κατηφορίζει σε μέρη πιο ήμερα και προσιτά και ξεκινά από εδώ ν’ απλώνεται μπρος στα πόδια μας μέχρι όπου φτάνει το μάτι όλος ο πεδινός Αποκόρωνας. Αλλού καλλιεργημένος, αλλού δασωμένος με την φύση νάχει χαρίσει στον τόπο την ομορφιά όλων των αποχρώσεων του πράσινου για να ξεκουράζει το μάτι του ανθρώπου. Από τα δυτικά την Μαλάξα ως τ’ ανατολικά την Γιωργιούπολη και το Ρέθυμνο και τον Κεφαλά προς βορρά απλώνονται τα χωριά του Αποκόρωνα, άλλα κοντινά και άλλα πιο απόμακρα να ξεχωρίζουνε μέσα στο πράσινο.
Η ομορφιά του τόπου, όποια εποχή και νάναι σε κάνει να κάθεσαι και να τον θαυμάζεις, να τον χαζεύεις με τις ώρες να μην θέλεις να φύγεις και να κάνεις τον σταυρό σου για το θαύμα που έφτιαξε ο Δημιουργός.
Λίγο πιο ψηλά από το χωριό, σαν μια μαχαιριά στη μέση της Μαδάρας, χάσκει το Φαραγγούλι, σαν νάθελε ο Πλάστης να ξεχωρίσει τις δυο γειτονιές του χωριού. Κατηφορίζει το ρέμα από την Μαδάρα, φτάνει ως του «Κατσιάνου» όπου συναντά το δημόσιο δρόμο, περνά ανάμεσα στις δυο γειτονιές και συνεχίζει πέρα από το χωριό προς το Νίππος και τις Βρύσες για να συναντήσει άλλα ρέματα πριν φτάσει στην θάλασσα στην Γιωργιούπολη. Ξερόρεμα τον πιο πολύ καιρό παίρνει ζωή μόνο από τις δυνατές μπόρες και καταιγίδες που πιάνουν τα μέρη μας και μαζεύει τα νερά του Θεού κρατώντας τα μακρυά από το χωριό και οδηγώντας τα στη θάλασσα. Χρησιμεύει και σαν δρόμος το Φαραγγούλι, αν μπορεί κανείς να τον πει δρόμο το μονοπάτι που παλιότερα χρησίμευε σαν μια από τις προσβάσεις προς τη Μαδάρα κα βοήθαγε τους βοσκούς και τα πρόβατα ν’ ανεβοκατεβαίνουν και όσους είχανε μια πατέ ίσιο τόπο ν’ ανεβούνε μέχρι τη «Μεσομούρα» ή τα «Λακούδια», να τον σκάψουνε με τα ροζιασμένα χέρια τους να κάμουνε μια οκά καρπό και να ταΐσουνε τις φαμελιές τους. Και το βράδυ πάλι να κατηφορίσουνε σιγά – σιγά προς το χωριό μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη. Και στις πλαγιές, από τη μια και την άλλη μεριά, ακουγότανε πολλές φορές τα βράδια οι πέρδικες να κακαρίζουνε, για να ξέρει κάθε μια που θα περάσει τη βραδιά η άλλη και το πρωί να μαζευτούνε ξανά και ν’ αρχίσουνε να ψάχνουνε για κανένα μερμήγκι ή κανένα σπόρο να περάσουνε την καινούρια μέρα.
Από του «Κατσιάνου» και κάτω, ο τόπος ημερεύει και οι ελιές και τ’ άλλα δεντρά παίρνουνε τη θέση που λίγο πιο ψηλά είχανε τα χαράκια, οι ασπαλάθοι και οι φλόμοι. Και κατηφορίζει το ρέμα μέχρι να συναντήσει τη Βρύση. Το πιο χαρακτηριστικό και όμορφο κομμάτι του χωριού που με κάνει σήμερα να γράψω το σημείωμα αυτό.
Ανάμεσα στις δυο γειτονιές, λίγο πιο χαμηλά από τα τελευταία σπίτια, φαρδαίνει το ρούμα, και καταλήγουνε στο σημείο αυτό δυο δρόμοι από κάθε γειτονιά του χωριού. Ο ξερότοπος μεταμορφώνεται σε παράδεισο. Δυο τεράστια πλατάνια στέκουνε σαν φύλακες, από ένα στο μέρος κάθε γειτονιάς και χαρίζουνε τον ίσκιο τους και τη δροσιά τους σ’ όποιον την αποζητά τους καλοκαιρινούς μήνες. Από τη μια μεριά της μικρής πλατείας που σχηματίζεται υψώνεται μονοκόμματος ένας βράχος γεμάτος μικρές και μεγάλες τρύπες που φωλιάζουνε αγριοπερίστερα και πετροκοτσυφοί και καταλήγει στο σπηλιάρι και από την άλλη μεριά φαρδαίνει κι άλλο και κατηφορίζει η πλατεία προς τα περβόλια και τους μπαξέδες.
Και στη ρίζα του βράχου η Βρύση. Δώρο του Θεού στο χωριό. Χτισμένη με πέτρες πελεκημένες, μαζεύει το νερό από το βράχο και μας το προσφέρει, δροσερό το καλοκαίρι και πιο ζεστό το χειμώνα.
Έχει μια επιγραφή χαραγμένη στην πέτρα πώς φτιάχτηκε με δαπάνη των χωριανών εδώ και εκατόν τριάντα χρόνια περίπου. Την εποχή που ακόμη στην Κρήτη βρισκότανε οι Τούρκοι. Και το σχέδιο που φαίνεται πελεκημένο στις χτισμένες πέτρες μοιάζει με τα σχέδια που έχουνε βρεθεί σε κτίσματα από την εποχή των Τούρκων γιατί αυτοί, σε τόπους περαστικούς, όπου υπήρχε λίγο νερό και λίγος ίσκιος, μάζευαν το νερό και έχτιζαν μια βρύση να ξεδιψούνε οι πεζοπόροι και τα ζωντανά και να ξεκουράζονται λιγάκι στη δροσιά, να δοξάζουνε τον Αλλάχ και να μνημονεύουνε και να συχωρούνε εκείνον που έφτιαξε τη βρύση. Εμείς όμως ξεχνούμε να το κάνομε και να θυμηθούμε και εκείνους που φτιάξανε τη βρύση και να ευχαριστήσομε Αυτόν που χάρισε το νερό στο χωριό. Και βλέπομε μόνο τα πουλιά σαν κάθονται στην άκρη της γούρνας να ξεδιψάσουνε, με κάθε μπουκιά νερό που βάνουνε στο στόμα τους, να σηκώνουνε ψηλά, κατά τον ουρανό το κεφάλι και να ευχαριστούνε το Θεό.
Κάπως έτσι χτίστηκε τέλος πάντων η βρύση και αυτή είναι πάνω κάτω με λίγα λόγια η ιστορία της. Πόσοι όμως περαστικοί και διψασμένοι ξεδίψασαν με το δροσερό νερό της, πόσοι ξεκουράστηκαν κάτω από τη σκιά των πλατάνων, πόση σημασία είχε κάποτε για το χωριό και πόση ζωή του έδωσε κανείς δεν μας λέει. Δεν θάτανε νομίζω υπερβολή να πω πως εμείς σχεδόν μεγαλώσαμε περνώντας, τα καλοκαίρια τουλάχιστον, το μεγαλύτερο μέρος της μέρας είτε κουβαλώντας νερό είτε παίζοντας με τα νερά. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η κοινωνική ζωή του χωριού ή ένα μεγάλο μέρος της περιστρεφότανε γύρω από τη βρύση.
Δεν υπήρχανε υδραγωγεία εκείνη την εποχή, να φέρνουνε το νερό με σωλήνες μέσα στα σπίτια από τον Στύλο. Και οι γυναίκες, αξημέρωτα ακόμη, πριν ξεκινήσουνε οι υπόλοιπες δουλειές της μέρας, ετρέχανε με την λαίνα στην πλάτη να κουβαλήσουνε το νερό για να πιούνε να μαγειρέψουνε και να κάνουνε τη λάτρα του σπιτιού. Και γυρίζανε στα σπίτια φορτωμένες, ν’ ανεβαίνουνε την ανηφόρα τον «Άσπρουγα» ή το «Πρικί Συκιδάκι» προς τη μια γειτονιά ή την «Πλακούρα» προς την άλλη. Δύσκολα χρόνια, μα δεν μας κάνει κακό να τα θυμούμαστε πότε-πότε.
Λίγο αργότερα, αφού εξημέρωνε ο Θεός τη μέρα, χειμώνα ή καλοκαίρι, πάλι περνούσανε από τη βρύση, πηγαίνοντας για τις δουλειές στα χωράφια. Για να ποτίσουνε τα ζώα του καθένας ή να πάρουνε νερό να έχουνε να πίνουνε. Και το βράδυ ο δρόμος της επιστροφής στο χωριό πάλι από τη βρύση περνούσε. Και γινότανε η βρύση σημείο συνάντησης όλου του χωριού, με τους άντρες να κάτσουνε σε κανένα πεζούλι να καπνίσουνε κανένα τσιγάρο και να κουβεντιάσουνε για τις δουλειές τους και τα ζώα τους και τις γυναίκες να πλύνουνε στο νερό κανένα καλάθι χόρτα να τα βράσουνε αργότερα στο σπίτι και να πούνε και αυτές δυο κουβέντες μεταξύ τους. Πολλές φορές, οι κουβέντα έπαιρνε σε μάκρος, μέχρι να τα πούνε όλα οι γυναίκες, και ξεχνιόντουσαν, οι κοπελιές περισσότερο και ας περιμένανε το νερό στο σπίτι για να πιούνε ή να μαγειρέψουνε και προβαίνανε οι μανάδες στο «Παλιό Σκολειό» ή την «Πλακούρα» να τους φωνάξουνε και να τις μαζέψουνε.
Πολλές φορές βέβαια, το χειμώνα, ύστερα από δυνατές βροχές, που εκατέβαζε νερά το ρούμα και όλες οι τρύπες που είχε ο βράχος δίπλα στη βρύση βγάζανε νερό, ο τόπος πλημμύριζε και έμοιαζε με αγριεμένο ποταμό. Τότε, όχι μόνο κανείς δεν έβρισκε γωνιά να σταματήσει να ξαποστάσει ή να πλησιάσει καμιά γυναίκα να πάρει νερό, αλλά δεν μπορούσε, άνθρωπος ή ζώο να περάσει από εκεί.
Τα καλοκαίρια όμως ο τόπος άλλαζε. Τελειώνανε τα θερίσματα, έκλεινε το σκολειό με τη σχολική γιορτή που γινότανε συνήθως στη σκιά του πλατάνου, στήνανε καμιά φορά και καμιά παράγκα, που χρησίμευε σαν καφενείο, κάτω από τον πλάτανο και όταν πιάνανε οι μεγάλες ζέστες ο κόσμος μαζευότανε πιο πολύ στη βρύση. Το πιο δροσιστικό για τη ζέστη ήταν βέβαια το νερό της βρύσης, μα και οι γκαζόζες ήταν δροσερές γιατί τις έβαζαν σ’ ένα καλάθι και τις κατέβαζαν στην στέρνα. Η παράγκα είχε φυσικό κλιματισμό κάτω από τον παχύ ίσκιο του πλατάνου και δεν υπήρχε όπως είδαμε ανάγκη ψυγείου. Ποιος χρειάζεται ψυγείο ή αιρ-κοντίσιον στη βρύση. Και όποιος είχε μια δραχμή, μπορούσε να πιεί ένα καφέ με νερό δροσερό ή μια γκαζόζα. Αλλιώς έπινε νερό δροσερό μόνο.
Από το πρωί μέχρι το βράδυ όλο και κάποιον θα συναντούσες στη βρύση. Όλοι οι χωριανοί έπρεπε να περάσουν από εκεί και μια και δυό και τρείς φορές καθένας. Να κουβαλήσουνε νερό, να ποτίσουνε τα ζώα τους πρωί και βράδυ, να ποτίσουνε τα περιβόλια τους όσοι είχανε, σύμφωνα με τη σειρά που δικαιούτανε καθένας το νερό από την κατάσταση που ήταν καρφωμένη στον πλάτανο. Οι πιο πολλοί όμως κατεβαίνανε στη βρύση για να δροσιστούνε λίγο και να ξεκουραστούνε κάτω από τη σκιά των πλατάνων τα μεσημέρια. Μα εμείς, οι μικρότεροι που ν’ αφήσουμε κανέναν να ησυχάσει. Μόλις γυρνάγαμε, κατά το κολατσιό από καμιά δουλειά στο σπίτι, τρώγαμε κάτι στα γρήγορα ή αρπάζαμε κανένα κομμάτι ψωμί και κατηφορίζαμε να συναντήσομε την παρέα μας και να περάσομε τη μέρα μέχρι αργά το απόγευμα που έπεφτε ο ήλιος και δρόσιζε λιγάκι. Δεν ησυχάζαμε βέβαια παρά συνέχεια παίζαμε με τα νερά ή κυνηγιόμαστε στους δρόμους και τα περβόλια, ψάχνοντας και καμιά φορά μήπως βρεθεί στο δρόμο μας και κανένα φρούτο ξεχασμένο πάνω σε κανένα δέντρο, να τα’ αρπάξομε αν δεν μας έβλεπαν. Μα το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχαν όσοι θέλανε να ησυχάσουνε λίγο. Πού να μπορέσει κανείς να κοιμηθεί με τη φασαρία. Πάνω που πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος, όλο και καμιά φωνή, κανένα σφύριγμα τον ξύπναγε ή ακόμη, «κατά λάθος», κανένα μπουγέλωμα, ή καμιά ριπή από τα νεροπίστολα που φτιάχναμε με καλάμια για τον καθιερωμένο νεροπόλεμο. Δεν γλίτωνε κανείς. Αλλά ο πιο συνηθισμένος αποδέκτης των πειραγμάτων μας ήταν ο Αντώνης ο Αριάπης. Κωφάλαλος και καλοκάγαθος, δεν πείραζε κανένα εκεί που είχε τις προβατίνες του δίπλα στον πλάτανο. Είχε φτιάξει πάνω στον τοίχο του μέρος με κλαδιά και φύλλα για να ξαπλώνει αλλά εμεί παραμονεύαμε με το νερό να τον καταβρέξομε μόλις πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος. Έκανε πως μας κυνηγά για να μας φοβερίσει και να τον αφήσομε ήσυχο, αλλά ύστερα από λίγη ώρα πάλι κάναμε τα ίδια. Ήταν και η άλλη η συχωρεμένη η Zαμπιά. Δεν άκουγε καλά και όταν ήμασταν μοναχοί και την συναντούσαμε στο δρόμο και την χαιρετούσαμε, μας έλεγε χαρακτηριστικά : «Πού πάει το μεγαλωμένο…». Δεν πείραζε κι αυτή κανένα. Και πέρναγε κάθε μεσημέρι από τη βρύση με δυο-τρεις προβατίνες και εμείς που ξέραμε πως την ενοχλούσανε τα σφυρίγματα, παίρναμε θάρρος ο ένας με τον άλλο και αρχίζαμε να σφυρίζομε και αυτή να μας βρίζει και να μας καταριέται άσχημα πολλές φορές. Ο Θεός ν’ αναπάψει την ψυχή και των δύο, Γιατί τους είχαμε κανομένα πολλά.
Ποιόν και τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τώρα που η κεφαλή έχει αδειάσει και απ’ έξω και από μέσα, μόνο σκόρπιες εικόνες από τα περασμένα, τα όσα ζήσαμε μικροί περνούνε γρήγορα από το μυαλό, όσο έχει απομείνει, και χάνονται.
Πόσοι και πόσοι έχουν δροσιστεί και ξεδιψάσει στη βρύση, πόσο περαστικοί έχουνε ξεκουραστεί και σταματήσανε να προφυλαχτούνε λίγο από την κάψα του καλοκαιριού κάτω από τα πλατάνια ;
Πόσες φαμελιές μεγαλώσανε στα χαλάσματα που υπάρχουνε ακόμη σε δυο – τρεις μεριές δίπλα στη βρύση;
Πόσες φορές πέρασε ο Επιτάφιος το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής από τη βρύση και πόσες φορές σταμάτησε να διαβάσει ο παπάς ευχές να ξορκιστούνε οι νεράιδες και τα ξωτικά που ζούνε κοντά στα νερά και πειράζουνε τους ανθρώπους;
Πόσα παιδιά πριν από μας παίξανε ξυπόλυτα με τα νερά τα καλοκαίρια και οι φωνές τους και τα γέλια τους ακουγότανε σ’ όλο το χωριό;
Πόσοι φάγανε, ήπιανε και γλεντήσανε κάτω από τα πλατάνια όσα χρόνια υπάρχει η βρύση;
Πόσο θ΄άντεχε να ζήσει το χωριό αν δεν υπήρχε η βρύση να του δίνει νερό και ζωή όλα τούτα τα χρόνια;
Πόσα χρόνια θα συνεχίζει να υπάρχει και να δροσίζει τον κόσμο η βρύση;
Ποιος ξέρει να μας πει; Ποιος θυμάται;
Λένε μια ιστορία πως μια μέρα πριν από πολλά χρόνια, μπορεί νάναι και εκατό η και παραπάνω, μαζεύτηκε κάτω από τα πλατάνια όλο το χωριό. Και οι γυναίκες είχανε μαγειρέψει, άλλη μια όρθα, άλλη κρέας, άλλη ότι είχε, άλλη είχε φουρνίσει και έφερε ψωμί, όσοι είχανε φέρανε τυρί και κρασί και τρώγανε πίνανε και γλεντούσανε ούλη μέρα και ούλη νύχτα. Ετραγουδούσανε κι’ εγλεντούσανε μα τα μάτια όλων ετρέχανε σαν την βρύση που μουρμούριζε παραδίπλα. Γιατί την άλλη μέρα εξεκινήσανε με τα πόδια από το χωριό 120 άντρες, μικροί και μεγάλοι και πήρανε των αματιών τους. Εφύγανε λέει στην Αμερική να δουλέψουνε και να ξεπεινάσουνε οι ίδιοι και να στείλουνε πίσω στο χωριό, σ’ όσους αφήσανε κανένα δολάριο να ξεπεινάσουνε κι αυτοί. Και εφύγανε για να συναντήσουνε το καραβι που θα τους έπαιρνε, με τα πόδια από το δρόμο που πάει στα Σηφιανά, άλλος με μπαλωμένα, άλλος με τρυπημένα στιβάνια και βράκες με μπαλώματα και τρύπες και το πουκάμισο που πολλοί είχανε μοναδικό και δεν το πλένανε μπας και με το νερό και το σαπούνι διαλυθεί. Παρά χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο εφορούσανε και στέγνωνε πάνω τους όταν τους έπιανε καμιά μπόρα στο δρόμο και δεν είχαν που να βρούνε καταφύγιο. Επήρανε τη στράτα με το τραγούδι και όλο το χωριό τους απόβγαλε και οι γυναίκες που άλλες απομείνανε ορφανές από πατέρα, άλλες από αδερφό και άλλες από άντρα, εκλαίγανε και δίνανε παραγγελιές :
-Γιάννη, Σήφη, Γιώργη, Θοδωρή, Μανούσο……!!!!! Να μας (ε)γράφετε μωρέ. Να μη μας ξεχνάτε.
Ποιος ξέρει να μας πει πόσοι και πόσο καιρό θυμόντουσαν την παραγγελιά. Πόσοι δεν ξανακουστήκανε ποτέ. Πόσοι αφήσανε τα κόκαλά τους σκάβοντας την Αμερική με τα χέρια τους, όπως εκατομμύρια άλλοι πεινασμένοι από κάθε μεριά της γης, για να φτιάξουνε δρόμους και σιδηροδρόμους και να την κάμουνε μεγάλη και τρανή και να πεθάνουνε χωρίς ποτέ να πούνε πως εξεπεινάσανε ή πως εμπορέσανε να ξεκουραστούνε.

Κωστής Ιούλης 2011

Υ.Γ. Φωτογραφίες από το χωριό και την Βρύση μπορείτε να δείτε στα παρακάτω links :

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στην σύγχρονη ζωή.




Η παθογένεια και η παρακμή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος δεν είναι αποκλειστικό Ελληνικό φαινόμενο. Στον τόπο μας όμως το πρόβλημα είναι διαχρονικό, από συστάσεως το Ελληνικού Κράτους και εντονότερο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Αν συνδυαστεί μάλιστα με την επίκτητη ανατολίτικη νοοτροπία μας του ραγιαδισμού και ωχαδερφισμού, του μπαξισιού και του ατομικισμού, τότε γίνεται οξύτερο και φαίνεται να παρασέρνει στον γκρεμό και εμάς και τον πολύπαθο αυτόν τόπο σαν χιονοστιβάδα. Χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα προοπτική αντιστροφής της πορείας. Μόνο θα συνεχίσομε να είμαστε μόνιμοι θεατές του ίδιου έργου.
Θα ήθελα να σας δώσω την δυνατότητα να διαβάσετε το έργο του Ευάγγελου Λεμπέση
Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ. Την μεταφέρω εδώ χάριν των αναγνωστών, επειδή κατά την γνώμη μου, δεν κυριαρχούν σήμερα όπως και ανέκαθεν μόνον οι μετριότητες αλλά και οι βλάκες και η βλακεία σε όλες της τις μορφές.

Το έργο γράφτηκε κατά παραγγελία και δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών” το 1941 και προκάλεσε πλείστες συζητήσεις, κριτικές και αντιπαραθέσεις. Είναι διαχρονικό και σκιαγραφεί μια κατάσταση που δυστυχώς ανθεί και ευδοκιμεί στη χώρα μας.

Επειδή είναι λιγάκι μακροσκελές,
το μετέτρεψα σε αρχείο τύπου (pdf), για να μπορέσετε να το κατεβάσετε εύκολα και να το σώσετε στον υπολογιστή σας, όπως είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, με τον πρόλογο και την γλώσσα του συγγραφέα, και για να το διαβάσετε με την ησυχία σας.
Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο.
Ο σύνδεσμος για να το κατεβάσετε, είναι εδώ :   Βλάκες






Κωστής . 1η Ιούλη 2011


Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Το ραντεβού.

Το ραντεβού.


Οι χειμώνες ήταν εκείνα τα χρόνια ιδιαίτερα δύσκολοι στην βόρεια Ελλάδα. Ακόμη είναι βέβαια αλλά πιο παλιά, τα ορεινά χωριά, όταν τα πλάκωνε το πέπλο του χιονιού, μπορούσε να τα σκεπάζει επί μήνες. Όσα χωριά δεν άδειαζαν τελείως, για να μεταφερθούν άνθρωποι και ζωντανά χαμηλότερα, φαινόταν κι εκείνα σαν έρημα. Οι άνθρωποι δεν ξεμύτιζαν παρά μόνο για λίγο, για να κάνουν λίγα απαραίτητα ψώνια οι γυναίκες ή για κανένα τσιπουράκι στο καφενείο οι άντρες.
Οι ντόπιοι είχαν μάθει να ζουν μ' αυτό το πρόβλημα. Αν τύχαινε όμως να βρεθεί εκεί κανείς ξένος κι άμαθος στον άσχημο καιρό, σαν τον έφεδρο ανθυπολοχαγό που τον είχαν στείλει να υπηρετήσει την θητεία του σ' αυτό το ορεινό χωριό του νομού Φλωρίνης, το πρόβλημα με το χιόνι μπορεί νάναι πιο σοβαρό. Ιδιαίτερα αν κατάγεται από την Κρήτη και είναι η πρώτη φορά που βλέπει χιόνι στην ζωή του.
Στην αρχή έπρεπε να μάθει να περπατά όρθιος πάνω στο χιόνι. Και τα μονόσολα υποδήματα της υπηρεσίας, που γλίστραγαν συνέχεια, δεν τον βοηθούσαν καθόλου σ' αυτό. Τ' αντικατέστησε με κάτι μπότες σαν κι αυτές που φόραγαν οι ντόπιοι αλλά και πάλι είχε πρόβλημα. Ιδιαίτερα στις κατηφοριές. Όταν άρχιζε να γλιστρά, δεν σταμάταγε παρά μόνο αν έβρισκε τοίχο. Γι αυτό και τις απέφευγε τις κατηφοριές και πήγαινε μόνο τοίχο τοίχο, μέχρι που έμαθε κάπως να περπατά πάνω στο χιόνι και να μην πέφτει κάθε τρία βήματα.
Ο Γιώργης ήταν όπως είπαμε από την Κρήτη. Τέλειωσε το γυμνάσιο, μπήκε στην Ακαδημία και βγήκε δάσκαλος. Και ήρθε η ώρα που τον κάλεσε η πατρίδα να την υπηρετήσει.
Μπήκε στην σχολή των εφέδρων αξιωματικών και μετά τον έστειλαν να υπηρετήσει στο ορεινό αυτό χωριό της Φλώρινας, σαν διμοιρίτη των Ταγμάτων της Εθνοφυλακής. Η θέση αυτή δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είχε ελάχιστη γραφική δουλειά και έπρεπε να φροντίζει οι άνδρες του να είναι εξοικειωμένοι με τον οπλισμό τους και να τους πηγαίνει αραιά και που για σκοποβολή και ακόμη πιο αραιά ν' αναφέρεται στον διοικητή του τάγματος. Που κι εκείνος δεν ξεμύτιζε από το γραφείο του ολόκληρο τον χειμώνα. Που να γυρνάει όταν έξω είχε τέτοιο χιόνι.
Δεν είχε και πολλά πράγματα δηλαδή να κάνει ο Γιώργης. Το πιο δύσκολο απ' όλα ήταν να βρει τρόπο να περνά τον ατέλειωτο χρόνο που του έμενε ελεύθερος. Τα λίγα βιβλία που είχε κουβαλήσει μαζί του τάχει διαβάσει δυο και τρεις φορές.
Είχε ένα σοβαρό πρόβλημα ο Γιώργης εκείνο τον χειμώνα. Κι αυτό του δημιουργούσε μυριάδες άλλα. Ήταν ερωτευμένος.
Δεν είχε φτάσει ακόμη καλά καλά στο χωριό και όλες οι κοπελιές τόχαν μάθει. Ήρθε λέει στο χωριό ο καινούριος ανθυπολοχαγός. Και είναι κούκλος. Και την επομένη το πρωί, πριν ακόμη φτάσει στο γραφείο του και να πιει για πρώτη φορά τον καφέ του εκεί, άρχισαν οι κοπελιές να κάνουν παρέλαση απ' έξω. Το γραφείο του ήταν πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού και είχε και τζαμαρία στην πρόσοψη. Και τα διαθέσιμα και ενδιαφερόμενα θηλυκά όλο και κάποια αφορμή έβρισκαν για να περάσουν, να σταματήσουν για κουβεντούλα έξω από το γραφείο και να ρίξουν και μερικές κλεφτές ματιές μέσα. Δεν φαινόντουσαν να τις πειράζει το κρύο και το χιόνι. Η φωτιά τους το έλιωνε έξω από το γραφείο.
Όλες πέρασαν και συνέχιζαν να περνούν ξανά και ξανά. Μόνο η Αννούλα δεν πέρασε να τον περιεργαστεί. Γιατί η Αννούλα μπορούσε να τον παρατηρεί άνετα, χωρίς να κρυώνει και χωρίς να δίνει στόχο, από το παραθύρι της που ήταν ακριβώς απέναντι από το γραφείο του Γιώργη.
Είχε συμπληρώσει δυο μήνες στο χωριό ο Γιώργης και ζήτημα αν είχε ανταλλάξει δυο καλημέρες με την Αννούλα σ' αυτό το διάστημα. Ήταν φιλικός κι εγκάρδιος με όλον τον κόσμο, όλοι τον καλημέριζαν και τον χαιρετούσαν, αρκετοί τον κερνούσαν και κανένα τσίπουρο στο καφενείο και τους κερνούσε συχνά κι αυτός, αλλά και αρκετοί ήταν εκείνοι που ήταν επιφυλακτικοί μαζί του και τον κρατούσαν σε απόσταση. Δεν ήθελαν νάχουν και πολλά πολλά μαζί του.
Ήταν βλέπετε η εποχή της χούντας και ο περισσότερος κόσμος όταν σ' έβλεπε να φοράς στολή, κουμπωνόταν.
Όσο οι γονείς της Άννας ήταν πρόσχαροι και ευγενικοί μαζί του, τόσο εκείνη ήταν απόμακρη και τυπική. Δεν φαινόταν να καταδέχεται αν του ρίξει μια ματιά παραπάνω η να του πει μια λέξη πέρα από έναν τυπικό χαιρετισμό.
Και ήταν πολύ όμορφη η Αννούλα. Ψηλή, με μαύρα κυματιστά μαλλιά και σώμα ελαφίνας. Τα σκουροπράσινα μάτια της σε φώτιζαν σαν νάτανε φάροι στο σκοτάδι και το γέλιο της ακουγόταν σαν κελάηδισμα αηδονιού στ' αυτιά του Γιώργη.
Ο Γιώργης δεν είχε σκοπό να κατακτήσει την Αννούλα. Δεν είχε πάει για να κάνει δεσμούς κοντά στα σύνορα. Να υπηρετήσει την θητεία του ήθελε. Περίμενε πως και πως να περάσουν οι τριάντα μήνες και να πάρει το απολυτήριό του για να γυρίσει ξανά πίσω στην Κρήτη. Τον ενοχλούσε μόνο λίγο η ψυχρότητά της και ο τρόπος που τον αγνοούσε επιδεικτικά.
Στο κάτω κάτω γειτόνοι ήταν. Ένας δρόμος τους χώριζε.
Ένα απόγευμα, στις αρχές του καλοκαιριού, κάπου τρείς μήνες από τότε που πήγε στο χωριό, ο Γιώργης επέστρεφε από την έδρα του Τάγματος. Και η μοναδική θέση που βρήκε άδεια στο λεωφορείο, ήταν αυτή δίπλα στην Άννα, που κι αυτή επέστρεφε στο χωριό μετά από κάποια ψώνια στην πόλη. Έπιασαν την κουβέντα και είπαν πολλά στην διάρκεια της μιας ώρας που κράταγε η διαδρομή. Και οι δυο ξεκίνησαν την κουβέντα τυπικά, επιφυλακτικά και αναγνωριστικά στην αρχή αλλά μετά ξεθάρρεψαν και ξανοίχτηκε ο ένας στον άλλο. Και άρχισαν να λέει ο ένας στον άλλο για τα όνειρά του και τις φιλοδοξίες του. Όπως κάνουν οι νέοι άνθρωποι.
Έτσι έμαθε η Άννα πως ο Γιώργης ήταν δάσκαλος και περίμενε να τελειώσει την θητεία του και να διοριστεί στην Κρήτη. Και έμαθε και ο Γιώργης πως η Άννα δεν έβλεπε την ώρα που θα μπορούσε να διοριστεί σε κάποια θέση και να ξεφύγει από το χωριό. Να βρει κάποια δουλειά για να μπορέσει να ξεφύγει. Έπρεπε όμως να βελτιώσει τ' Αγγλικά της και να κάνει εξάσκηση στην γραφομηχανή, πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει στο χωριό. Επειδή η ίδια δεν είχε γραφομηχανή και στο χωριό δάσκαλος των Αγγλικών δεν υπήρχε. Θα μπορούσε βέβαια να πάει να μείνει στο σπίτι της αδερφής της που ήταν παντρεμένη στην Θεσσαλονίκη, αλλά από τότε που είχε προσπαθήσει να την χουφτώσει ο γαμπρός της μια φορά που είχαν βρεθεί μοναχοί, δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται.
Ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός όταν δυο νέοι βρίσκονται μαζί. Η μια ώρα της διαδρομής πέρασε πολύ γρήγορα και έφτασαν στο χωριό. Και υποσχέθηκε ο ένας στον άλλο να βρουν ευκαιρία να συνεχίσουν την κουβέντα που άφησαν στην μέση.
Την άλλη μέρα το πρωί, η Άννα έφερε καφέ στο γραφείο του Γιώργου και τον έπιναν μαζί μέχρι το μεσημέρι. Αυτός προσφέρθηκε κάπως να την βοηθήσει λέγοντάς της πως μπορούσε να χρησιμοποιεί την γραφομηχανή του γραφείου του για εξάσκηση τα μεσημέρια που το γραφείο ήταν κλειστό. Και στ' Αγγλικά θα μπορούσε να την βοηθήσει αν ήθελε. Εκείνος ήξερε καλά εγγλέζικα. Είχε πάρει το lower πριν ακόμη τελειώσει το γυμνάσιο και το proficiency όσο σπούδαζε στην Ακαδημία. Και μπορούσε να διδάξει εγγλέζικα. Τουλάχιστον στο επίπεδο της Άννας. Είχε και μερικά βιβλία μαζί του. Εκείνη απάντησε ναι σε όλα και από την επομένη άρχισαν τα μαθήματα.
Όταν τα χέρια τους ακούμπησαν πρώτη φορά μεταξύ τους, ήταν σαν να διαπέρασε και τους δυο ηλεκτρικό ρεύμα. Και αμέσως τα τράβηξαν κοντά τους. Αλλά όχι για πολύ. Δειλά δειλά άρχισαν πάλι τα χέρια να σιμώνουν το ένα το άλλο και όταν ακούμπησαν ξανά δεν τραβήχτηκαν. Παρά άρχισαν να σφίγγονται μεταξύ τους σαν απελπισμένα. Πόσο κράτησε η πρώτη αυτή επαφή, κανένας του δεν μπορούσε να πει. Έσφιγγε ο ένας το χέρι του άλλου, οι καρδιές κόντευαν να πεταχτούν έξω από τα στήθια και των δύο αλλά στα μάτια δεν μπορούσαν ακόμη να κοιταχτούν. Έτρεμαν. Τι έτρεμαν και τι φοβόντουσαν δεν μπορούσαν να πουν. Δεν ήξεραν.
Προσπάθησαν να συγκεντρωθούν στο μάθημα αλλά δεν μπόρεσαν. Και το άφησαν για την επομένη. Μα το ίδιο έγινε και την άλλη μέρα. Και την παράλλη.
Κάποια στιγμή άρχισαν να μιλούν και να κάνουν σχέδια για το πως θα συναντηθούνε. Μακριά από τον κόσμο. Μόνο οι δυο τους. Για το πρώτο τους ραντεβού. Και τόδωσαν στην πόλη. Εκείνος υποτίθεται πως θα πήγαινε για δουλειές στο Τάγμα και εκείνη για ψώνια. Και το πρώτο τους φιλί το αντάλλαξαν εκεί στο παρκάκι της πόλης, μαζί με τους όρκους της αιώνιας αγάπης που ανταλλάσσουν οι ερωτευμένοι. Έπρεπε όμως κάποια στιγμή να γυρίσουν και οι δυο στο χωριό και θάπρεπε να βρεθεί τρόπος να συναντιούνται και εκεί, μακρυά από τ' αδιάκριτα βλέμματα.
Ο Γιώργης απέκτησε ένα ξαφνικό ενδιαφέρον για το κυνήγι. Του δάνεισε το όπλο του ένας από τους άνδρες την διμοιρίας του, και εξαφανιζόταν όλη τη μέρα. Η Άννα πάλι, όλο και κάποια αφορμή έβρισκε για να την κοπανάει από το σπίτι της και να επισκέπτεται τα κτήματα και τ' αμπέλι της οικογένειας έξω από το χωριό. Και έτσι έβρισκαν τρόπο να συναντιούνται κάθε μέρα. Την νύχτα η Άννα δεν χρειαζόταν ούτε αφορμή. Περίμενε ν' αρχίσουν να ροχαλίζουν οι γονείς της για να την κοπανήσει και να τρέξει να βρει τον Γιώργη.
Έτσι πέρασε εκείνο το καλοκαίρι με τους δυο τους να χαίρονται τον έρωτά τους όπου και όπως μπορούσαν. Ο υπόλοιπος κόσμος είχε σταματήσει να υπάρχει γι αυτούς και καθένας τους ζούσε κι ανάπνεε μόνο για τον άλλο. Για τις στιγμές που μπορούσαν να βρίσκονται μαζί.
Ήρθε όμως και ο χειμώνας που δεν έφερε μόνο τα χιόνια αλλά και μύρια άλλα προβλήματα στους δυο ερωτευμένους. Τώρα πια δεν ήταν δυνατόν να συναντιούνται και ν' αγαπιούνται έξω. Σε μισό μέτρο χιόνι και με θερμοκρασίες -10 και -15 βαθμών δεν ήταν δυνατόν.
Αλλά και η αγάπη τέχνες κατεργάζεται. Βρέθηκε τρόπος για να συναντιούνται και να μην παγώνουν. Κατά διαστήματα η Άννα φιλοξενούσε τα βράδια ξαδέρφες της στο δωμάτιό της και άλλες φορές πάλι την φιλοξενούσαν αυτές. Κι όταν έπαιρνε τους γονείς ο ύπνος, άνοιγε η πόρτα για τον Γιώργη για να γλιστρήσει μέσα στο σπίτι και να βρει την Άννα. Καμιά κουβέντα, ή κάποιος θόρυβος που μπορεί ν' ακούγονταν, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την παρουσία της ξαδέρφης στο σπίτι. Οι συναντήσεις μεταξύ τους αραίωσαν κάπως αλλά με τον τρόπο αυτό δεν σταμάτησαν τελείως.
Έτυχε τώρα μια βραδιά η Άννα να φιλοξενείται για την περίσταση. Κι ο Γιώργης είχε αρχίσει τις αναγνωριστικές βόλτες γύρω από το σπίτι της ξαδέρφης λίγο πριν τα μεσάνυχτα, μαζί μ' έναν φίλο του.
Τα κορίτσια, ψηλά στο παράθυρο, άρχισαν να ψιθυρίζουν και να λένε στον Γιώργη πως δεν γίνεται να του ανοίξουν απόψε την πόρτα και να τον βάλουν μέσα στο σπίτι, γιατί δίπλα στην πόρτα, κοντά στο τζάκι, κοιμόντουσαν οι γονείς της ξαδέρφης της Άννας. Θάπρεπε να βρεί τρόπο να σκαρφαλώσει από το παράθυρο.
Το παράθυρο όμως ήταν ψηλά. Ο Γιώργης, με την βοήθεια του φίλου, κάπου βρήκε μια σκάλα. Ένας στενός διάδρομος, από την μεριά που ήταν το παράθυρο, χώριζε το σπίτι της ξαδέρφης από το διπλανό χαμηλότερο σπίτι. Ακούμπησε ο Γιώργης με την βοήθεια πάλι του φίλου την σκάλα κάτω από το παράθυρο αλλά δεν έφτανε. Η σκάλα ήταν κοντή. Τότε την ακούμπησε στον τοίχο του διπλανού σπιτιού, σκαρφάλωσε στην στέγη του, στην συνέχεια τράβηξε την σκάλα πάνω και την ακούμπησε πάνω στην στέγη για να φτάσει στο παράθυρο και να μπει μέσα και να βρεθεί ξανά στην ζεστή αγκαλιά της Άννας.
Αφέθηκαν και οι δυο τους και ξεχάστηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Κι όταν πήραν χαμπάρι πως κόντευε πια να ξημερώσει άρχισαν να βιάζονται. Ντύθηκε ο Γιώργης, άνοιξε το παράθυρο και πήγε να βγει, αλλά σκάλα δεν υπήρχε απ' έξω. Την είχε μαζέψει ο φίλος του για να μην την πάρει κανείς χαμπάρι. Ο Γιώργης βέβαια δεν μπορούσε να περιμένει σκάλα. Κρεμάστηκε από ένα οριζόντιο κάγκελο του παραθύρου, όπως κρεμιέται κανείς από το μονόζυγο και αφέθηκε να πέσει στον στενό διάδρομο. Ευτυχώς ήταν στρωμένος μ' ένα αρκετά παχύ στρώμα χιονιού που μαλάκωσε την πτώση του. Οι ξαδέρφες από πάνω του πέταξαν την χλαίνη του, την φόρεσε αυτός και εξαφανίστηκε.
Ακολούθησαν μερικά ακόμη ραντεβού των δυο ερωτευμένων εκείνον το χειμώνα, αλλά φρόντιζαν να προετοιμάζονται καλύτερα για να μην την ξαναπατήσουν.
Λίγο πριν τελειώσει ο χειμώνας, η Άννα με την βοήθεια κάποιου συγγενούς της στρατιωτικού που ήταν στα πράγματα, κατάφερε να διοριστεί σε μια τράπεζα στην Αθήνα. Ο Γιώργης, λίγο αργότερα πήρε μετάθεση και τελείωσε την θητεία του στα σύνορα στον Έβρο. Οι δρόμοι τους χώρισαν κάπως. Συναντήθηκαν μια δυο φορές ακόμη όπως κατέβαινε ο Γιώργης με άδεια από τον Έβρο στην Κρήτη, και λίγο πριν πάρει το απολυτήριό του από τον στρατό, ο Γιώργης έλαβε ένα γράμμα από την Άννα που τούλεγε πως είχε αρραβωνιαστεί κάποιον συνάδελφό της στην Τράπεζα και πως ο γάμος τους θα γινόταν σύντομα.


Η ιστορία αυτή μέχρι εδώ είναι μια ιστορία συνηθισμένη. Μια ιστορία της ζωής όπως χιλιάδες άλλες. Θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Αλλά έχει μια αρκετά απρόσμενη και ενδιαφέρουσα συνέχεια.
Ο Γιώργης πήρε το απολυτήριό του από τον στρατό, διορίστηκε δάσκαλος στην Κρήτη σ' ένα χωριό και παράλληλα προσπαθούσε να πάρει το πτυχίο του από την Πάντειο, όπου είχε εν τω μεταξύ γραφτεί.
Ανέβηκε στην Αθήνα ύστερα από μερικά χρόνια για να δώσει εξετάσεις για το πτυχίο του, και ένα απόγευμα, όπως έπινε τον καφέ του σ' ένα καφενείο στην Ομόνοια, όπου συνηθίζουν από παλιά να συχνάζουν και να συναντιούνται Κρητικοί, κάποιος της ηλικίας του τον χαιρέτησε. Του φάνηκε γνωστός αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από που τον γνώριζε. Ο άλλος του θύμισε ποιος είναι. Ένας νεαρός από το χωριό της Άννας που δούλευε στην ταβέρνα δίπλα στο γραφείο του, τον καιρό που ο Γιώργης υπηρετούσε εκεί. Τον κάλεσε ο Γιώργης να πιουν μαζί καφέ και άρχισαν την κουβέντα μιλώντας για τα περασμένα.
Ο Νίκος, έτσι τον έλεγαν τον νεαρό, πήρε θάρρος και του λέει.
-”Θα σου πω κάτι που δεν τόχω πει, χρόνια τώρα σε κανέναν. Θυμάσαι την εποχή που υπηρετούσες στο χωριό μας. Ο πατέρας μου, που ήταν αριστερός, ήταν εκείνη την εποχή εξόριστος από την χούντα σε κάποιο ξερονήσι. Τον χειμώνα του 1969 που εσύ τα είχες με την Άννα ο πατέρας μου ήταν στην Λέρο εξόριστος και τα βάρη της οικογενείας τα είχα αναλάβει εγώ. Την βραδιά που προσπαθούσες ν' ανεβείς στο παράθυρο της ξαδέρφης για να βρεθείς με την Άννα εγώ σ' έβλεπα. Σ' είχα δει από νωρίς να κάνεις τις βόλτες σου αλλά δεν ήξερα ακόμη τι είχες σκοπό να κάνεις. Ο διάδρομος κάτω από το παράθυρο της ξαδέρφης της Άννας οδηγούσε στο σπίτι μου. Όταν σε είδα να κουβαλάς την σκάλα στο διάδρομο με τον φίλο σου, που ήταν γνωστός χαφιές της αστυνομίας, υπέθεσα πως ερχόσουν να κατασκοπεύσεις εμένα. Και αμέσως γέμισα την καραμπίνα του πατέρα μου με φυσίγγια που έχομε για τους λύκους, στήθηκα στο παράθυρό μου και σε σημάδευα. Δεν είχα δει ακόμη τα δυο κορίτσια στο παράθυρο. Και ετοιμαζόμουν να πατήσω την σκανδάλη αν είχες κάνει ακόμη ένα βήμα πιο μέσα. Εκείνη την στιγμή πήρα χαμπάρι τις κοπελιές και τι ετοιμαζόσουν να κάνεις. Την γλίτωσες για δευτερόλεπτα.”


Κωστής Ιούνης 2011

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Η Βεντέτα.


Η βεντέτα.
Η ιστορία ήταν παλιά. Κρατούσε χρόνια. Πάνω από τριάντα. Το πως ακριβώς ξεκίνησε δεν μαθεύτηκε ποτέ. Ούτε ποιος έκανε την αρχή πρώτος.
Γεγονός πάντως είναι πως όσο κρατούσε η ιστορία αυτή, όσο τραβούσε σε μάκρος, όλο και αγρίευε. Και κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, όλοι περίμεναν να δουν τι χειρότερο θ' ακολουθήσει.
Στην αρχή οι δυο οικογένειες δεν είχαν τίποτα να μοιράσουν..Ζούσαν ήσυχα στο ίδιο χωριό σαν και τους υπόλοιπους συγχωριανούς τους, στην ίδια εκκλησία πήγαιναν κάθε Κυριακή, το ίδιο σχολειό παρακολουθούσαν τα παιδιά τους που μεγάλωναν παρέα, στα ίδια πανηγύρια τους γάμους και τις χαρές γλεντούσαν και χόρευαν, και μαζί θρηνούσαν στον χαμό κάποιου κοινού φίλου.
Ξαφνικά, φαίνεται σαν να τους καβαλίκεψε όλους ο διάολος. Μικρούς και μεγάλους. Ένα μίσος μπήκε ανάμεσά στις δυο οικογένειες, που μεγάλωνε και θέριευε μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τους χώριζε και τους δηλητηρίαζε όλους.
Και η μια μεριά και η άλλη, έψαχνε να βρει αφορμή για να προκαλέσει και να κάμει ζημιά, ότι μπορούσε στους αντιπάλους. Πολλές φορές μάλιστα, δεν χρειαζόταν καν η αφορμή. Αρκούσε να συναντηθούν δυο μέλη των αντιπάλων οικογενειών στον δρόμο. Και αντί για καλημέρα, άρχιζαν αν ρίχνουν πλάγιες ματιές ο ένας στον άλλον, μια κουβέντα ο ένας, δυο ο άλλος και πάντα κατέληγαν να πιαστούν στα χέρια. Ή ν' αρπαχτούν από τα μαλλιά οι γυναίκες.
Λένε πως, όλα άρχισαν όταν, μια μέρα όπως περπατούσε στο δρόμο ο Κατσαρονικολής, δέχτηκε την επίθεση του σκύλου του Χαριτομανούσου. Ο σκύλος λένε, τον άρπαξε από το πίσω μέρος της βράκας του και του την έσκισε. Κι ο Νικολής εγύρισε και χτύπησε με την κατσούνα του τον σκύλο και τον εκούτσανε. Ο σκύλος δεν έγινε ποτέ του καλά. Εκούτσαινε μέχρι που ψόφησε αρκετά χρόνια αργότερα.
Την επομένη του τραυματισμού του σκύλου, ο Αντώνης, ο μικρότερος γυιος του Χαριτομανούσου, που αγαπούσε πολύ τον σκύλο τους, κρύφτηκε σε κάτι χαλάσματα κοντά στο σπίτι του Κατσαρονικολή και περίμενε την γυναίκα του την Ζαμπιά, που γύρναγε από την βρύση με την λαγήνα γεμάτη νερό στον ώμο της. Έβγαλε ο Αντώνης το λάστιχο από την κωλότσεπη, και με μια πέτρα εσημάδεψε την στάμνα. Το νερό που με κόπο είχε κουβαλήσει όλη την ανηφόρα από την βρύση η Ζαμπιά, την έλουσε ολόκληρη, και κομμάτια από την στάμνα την τραυμάτισαν στα πόδια. Το χειρότερο είναι πως η Ζαμπιά που ήταν ιδρωμένη και λαχανιασμένη από το φορτίο και την ανηφόρα, κρύωσε και την έπιασε πυρετός την άλλη μέρα. Χρειάστηκε να καλέσουν τον αγροτικό γιατρό από το διπλανό χωριό να την κάμει καλά, αφού έμεινε μια βδομάδα στο κρεββάτι. Και δεν μπορούσε να πάει και στις ελιές.
Από τότες κι ύστερα τα πράγματα άρχισαν χοντραίνουν και να μην ελέγχονται. Οι επιθέσεις των μελών της μιας οικογένειας εναντίον των μελών της άλλης άρχισαν να κλιμακώνονται και να ενισχύονται σε πάθος, ένταση και σφοδρότητα.
Στο σκολειό που πήγαιναν τα μικρότερα παιδιά, πάντα υπήρχε ένταση. Κάθε οικογένεια είχε την δική της ομάδα. Πάντα διάλεγαν νάναι αντίπαλοι. Για να μπορούν, την ώρα του παιγνιδιού που γινόταν στα διαλείμματα, να ρίχνουν και καμιά μουλωχτή κλωτσιά στον αντίπαλο. Πάντα στα κρυφά βέβαια. Γιατί μια φορά που τόλμησαν ν' αρπαχτούν στα φανερά και στα σοβαρά και τους πήρε χαμπάρι ο δάσκαλος, έσπασε δυο βίτσες στις ράχες τους.
Όταν βέβαια αντάμωναν μακρυά από την επικράτεια του δασκάλου, δεν έχαναν την ευκαιρία να πιαστούν στα χέρια ή ν' αρχίσουν τον πετροπόλεμο μεταξύ τους. Πολλές φορές είχαν γυρίσει στα σπίτια τους με τα κεφάλια σπασμένα και ματωμένα.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι μικρότεροι που φρόντιζαν για την διαιώνιση της βεντέτας. Οι μεγαλύτεροι και από την μια μεριά και από την άλλη έδειχναν τον ίδιο αν όχι μεγαλύτερο ζήλο. Οι προστριβές και οι τσακωμοί ήταν φαινόμενα καθημερινά, ιδιαίτερα σε μέρη που είχαν χωράφια που συνόρευαν. Ο ένας για παράδειγμα καθάριζε το χωράφι του και μάζευε τα κλαδιά που είχε για κάψιμο κοντά στα σύνορα με το χωράφι του άλλου. Κι όταν τους έβαζε φωτιά, έκαιγε και δυο κλαδιά από την ελιά του αντιπάλου.
Ο άλλος πάλι έβλεπε κάποια στιγμή τα πρόβατα των άλλων να βόσκουν αφύλαχτα στο χωράφι τους, τράβαγε και χάλαγε τους φράχτες και τα πρόβατα έβρισκαν την ευκαιρία να την κοπανήσουν και να προκαλέσουν ζημιά στο κτήμα ή το περιβόλι κάποιου τρίτου.
Οι μεγαλύτεροι και από τις δυο οικογένειες είχαν αρχίσει να γερνούν, οι μικρότεροι μεγάλωσαν κι έκαναν οικογένειες δικές τους, αλλά μυαλό κανείς τους δεν έβαζε. Το μίσος που ένιωθαν οι μεν για τους δε, δεν έλεγε να σβήσει. Αντίθετα, φρόντιζαν και οι δυο πλευρές να το συντηρούν και να το υποδαυλίζουν.
Κάποιοι χωριανοί, που είχαν λίγο μυαλό περισσότερο, φοβήθηκαν, όταν τα πράγματα άρχισαν να χοντραίνουν πολύ, πως η κατάσταση κινδύνευε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Πως μπορεί να έχομε και χειρότερα. Και σκέφτηκαν πως θάταν καλό να τους μονοιάσουν.
Δυο γεροντότεροι που ήταν κοινοί φίλοι και με τις δυο οικογένειες, το κουβέντιασαν, στην αρχή μεταξύ τους, και στην συνέχεια με τους γεροντότερους των δυο αντιπάλων οικογενειών.
Κάποια στιγμή κατάφεραν να τους πείσουν και να τους φέρουν σ' επαφή. Συμφώνησαν να δώσουν όλοι τα χέρια και να μονοιάσουνε. Καιρός ήταν πια. Σαν επισφράγιση της συμφωνίας και για νάρθουν ακόμη πιο κοντά οι δυο οικογένειες, αποφάσισαν να γίνουν συντέκνοι. Ο μεγαλύτερος εγγονός του Κατσαρονικολή, θα βάφτιζε το μικρότερο εγγονάκι του Χαριτομανούσου.
Ορίστηκε η μέρα της βάφτισης, μαζεύτηκαν και οι δυο οικογένειες στην εκκλησία μαζί με συγγενείς και φίλους, άρχισαν ν' ανταλλάσσουν μεταξύ τους, γυναίκες και άντρες, αγκαλιές, φιλιά και όρκους πως θα ξεχάσουν τα παλιά και θα ζουν αγαπημένοι και μονοιασμένοι από δω και πέρα και έγινε το μυστήριο.
Ο παππάς, που έλαμπε από χαρά για την συμφιλίωση, δεν ευλόγησε μόνο τον νεοφώτιστο και τον ανάδοχο μα και κάθε μέλος και των δύο οικογενειών.
Επακολούθησε ένα γλέντι που παρόμοιο δεν είχε ξαναγίνει στο χωριό. Κόντεψε να θυσιαστεί ολόκληρο το κοπάδι με τα αρνιά του Χαριτομανούσου στον βωμό της συμφιλίωσης. Το βαρέλι το παλιό κρασί που φύλαγε ο Χαριτομανούσος για την βάφτιση του εγγονού δεν έφτασε.
Τα ξημερώματα της επομένης της βάφτισης, όσοι στεκόντουσαν ακόμη στα πόδια τους και δεν είχαν πέσει αναίσθητοι από το πολύ κρασί, άρχισαν να παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής, τρεκλίζοντας καθένας για το σπίτι του.
Ο Γιώργης, ένας από τους εγγονούς του Κατσαρονικολή, 15 χρονών, δεν είχε πιει πολύ. Δεν τον άφησαν γιατί έπρεπε πρωί πρωί να πάει να βοηθήσει στο άρμεγμα του κοπαδιού του πατέρα του, και μετά να κουβαλήσει το γάλα με τα μουλάρια, από το μαντρί στο τυροκομείο. Εδώ που τα λέμε και ο ίδιος δεν είχε καθόλου την όρεξη και δεν συμμεριζόταν την χαρά των άλλων. Κάτι δεν του πήγαινε καλά μ' αυτήν την ξαφνική συμφιλίωση. Αυτός από τότε που γεννήθηκε είχε μεγαλώσει με την έχθρα ανάμεσα στις δυο οικογένειες και πάντα του ευχαριστιόταν με τις αντεγκλήσεις και τις προκλήσεις μεταξύ τους. Και τώρα ερχόντουσαν τα πάνω κάτω. Πήγαιναν να του τα χαλάσουν όλα.
Ανηφόριζε καβάλα στο μουλάρι για το βουνό, όταν είδε δίπλα στον δρόμο τον γάιδαρο του Χαριτομανούσου να βόσκει δεμένος στο χωράφι του.
Κατεβαίνει λοιπόν από το μουλάρι, μπαίνει στο χωράφι, πιάνει τον γάιδαρο και με το μαχαίρι του του κόβει και τα δυο αυτιά. Από τη ρίζα.



Κωστής. Ιούνης 2011