Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Οι αρχηγοί. Ποίημα του Γεωργίου Σουρή, πάντα επίκαιρο.

Ἀρχηγοί
Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.
Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.

Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! ... κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,
ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,
ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,
δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.
Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,
ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.

Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!
ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;
ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,
καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;
Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα...
᾿ς ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.

Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;... πενῆντα ξεφυτρόνουν,
τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;... θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·
ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλλόνουν,
κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿ς τὴ μέση καὶ γυναῖκα.
Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτης
ἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.

Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,
ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·
ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,
ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.
Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,
ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.

Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη ᾿ς τὸ Παλάτι,
πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,
ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι ᾿ς τῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,
κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.
Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,
ὅλοι ποζάτοι στρατηγοί, κανένας στρατιώτης.


Γεώργιος Σουρής.



Σημείωση. Η ορθογραφία και τα σημεία στίξης είναι του αρχικού κειμένου.
Κωστής Τζαγκαράκης.



Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Από τον Παυλώφ στους σύγχρονους τρομοκράτες.

Από τον Παυλώφ στους σύγχρονους τρομοκράτες.
          Κατ΄αρχήν υπήρξε ο Παυλώφ. (Ivan Petrovich Pavlov, 1849-1936) Ρώσσος επιστήμονας που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της Ιατρικής το 1904, για τις έρευνές του πάνω στην φυσιολογία του πεπτικού συστήματος.

 Υπήρξε κυρίως γνωστός για τις έρευνες και μελέτες που έκανε με πειράματα σε σκύλους, και με αντικείμενο την  «Τα Εξηρτημένα Αντανακλαστικά».
Απέδειξε δηλαδή πως είναι δυνατόν να ρυθμιστεί η συμπεριφορά του αντικειμένου της μελέτης, με κατάλληλα εξωτερικά ερεθίσματα.
Οι θεωρίες του, μπορούσαν να έχουν εφαρμογές σε άτομα, αλλά και σε ομάδες ατόμων, ακόμη και σε μάζες και πληθυσμούς ολόκληρους.
          Οι πρώτοι που άρχισαν να τις χρησιμοποιούν, για να επηρεάσουν τις μάζες, ήταν  οι ινστρούχτορες στην  Σοβιετική Ένωση και τα άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στα σεμινάρια που έκαναν για ν’ ανανήψουν οι αντιρρησίες και οι αντίπαλοι των καθεστώτων. Είναι αυτό που ξέρουμε
σαν «Πλύση του Εγκεφάλου».
Σε κάθε χώρο δουλειάς, στα σχολεία, στο Στρατό, υπήρχαν οι καθοδηγητές του καθεστώτος που αναλάμβαναν την καθοδήγηση της συμπεριφοράς των μαζών με σεμινάρια υποχρεωτικής παρακολούθησης.
       
   Ο μεγαλύτερος εφαρμοστής των πειραμάτων και θεωριών του Παυλώφ υπήρξε όμως ο περίφημος υπουργός προπαγάνδας και αγαπημένο παιδί του Χίτλερ, ο Γκαίμπελς. (Paul Joseph Goebels. 1897-1945).Αυτός είχε όμως στην διάθεσή του πιο σύγχρονα μέσα επηρεασμού. Με κάποιο τρόπο υποχρέωσε τους γερμανούς κατασκευαστές ραδιοφώνων, να παράγουν συσκευές φθηνές και προσιτές  σε κάθε βαλάντιο, ώστε τα ραδιόφωνα να μπουν σε κάθε γερμανικό σπίτι.
Από εκεί και ύστερα τα πράγματα ήσαν εύκολα. Ο κάθε γερμανός μάθαινε καθημερινά για τα κατορθώματα της Βερμαχτ στα διάφορα μέτωπα, ακόμη και μέχρι την στιγμή που οι σύμμαχοι έμπαιναν μέσα στο Βερολίνο, μάθαιναν οι γερμανοί για την ανάγκη της ύπαρξης του «ζωτικού χώρου» για τον οποίο γινότανε ο πόλεμος, για τα δεινά του κόσμου για τα οποία υπεύθυνοι ήταν οι Εβραίοι και όλες οι μειονότητες, και φυσικά για την ανωτερότητα και αγνότητα της αρείας φυλής και την ανάγκη διατήρησης της καθαρότητάς της με την εξολόθρευση των υπολοίπων. Και για όποιους δεν τους έπιανε η προπαγάνδα και ο ψυχολογικός καταναγκασμός, υπήρχαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για συνετισμό και ανάνηψη. Αν κατάφερναν να επιβιώσουν σ’ αυτά.
Τον εφιαλτικό κόσμο των ολοκληρωτικών αυτών καθεστώτων, μας περιγράφει με το έργο του ο Άγγλος δημοσιογράφος Τζώρτζ Όργουελ. (George Orwell 1903-1950) . Κυρίως στο βιβλίο του με τίτλο «1984» αλλά και στο άλλο την «Φάρμα των Ζώων», έργα προφητικά και ανατριχιαστικά, για κάθε άνθρωπο που σκέφτεται λίγο, βλέπουμε με ποιόν τρόπο και ποιες μεθόδους ελέγχονται οι πληθυσμοί και οι συμπεριφορές των ανθρώπων.
Με ποιόν τρόπο, με την χρήση των Μέσων Μαζικής Παραπληροφόρησης παρακολουθούνται, ελέγχονται και καθοδηγούνται κοινωνίες, πληθυσμοί και άτομα για να εκδηλώνουν συμπεριφορές και τάσεις σύμφωνα με τις επιθυμίες των κρατούντων.

Με τον έλεγχο της γλώσσας, με την πλαστογραφία της ιστορίας και την στρέβλωση των εννοιών και των λέξεων, την απαγόρευση στην ουσία της ελεύθερης σκέψης και δημιουργίας, οι άνθρωποι συγκρατούνται μέσα στα καλούπια που ορίζουν οι κυβερνώντες.
Και σήμερα, στις μέρες μας, τι βλέπουμε να γίνεται;
Βλέπουμε τον εφιαλτικό κόσμο που προφήτεψε ο Όργουελ να γίνεται πραγματικότητα. Μπορεί να καθυστέρησε 30 χρόνια, μια και το είχε προβλέψει για το 1984, αλλά η σημερινή πραγματικότητα είναι χειρότερη από εκείνη που είχε προβλέψει.
Εκείνοι που κυβερνούν τους λαούς, εκείνοι που ορίζουν και καθορίζουν τις τύχες των, τον έχουν ξεπεράσει. Οι κυβερνήσεις των κρατών παίρνουν εντολές από τους δυνάστες των λαών. Το παγκόσμιο οικονομικό διευθυντήριο, υπεράνω κυβερνήσεων, δίνει εντολές για μέτρα, σταθμά και τρόπους ζωής. Την υποτέλεια στο κεφάλαιο την ονόμασαν «παγκοσμιοποίηση». Την εξαθλίωση των λαών την ονόμασαν «ανάγκη εξόδου από την κρίση». Την ανυπαρξία κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους την βάφτισαν «ανάγκη ορθολογισμού των εξόδων». Το μοίρασμα του όποιου εθνικού πλούτου υπήρχε ακόμη, στα λαμόγια που τους ακολουθούν τους χειροκροτούν και τους γλύφουν, με το αζημίωτο, το αποκαλούν «σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού φορέα». Και την αδυναμία να μπορούν οι άνθρωποι να κρατούν το σπίτι τους ζεστό στην παγωνιά, την λένε «ανάγκη πάταξης του λαθρεμπορίου καυσίμων». Αυτά είναι λίγα παραδείγματα απ’ όσα γίνονται.
Το δικαίωμα του καθενός μας, να μπορεί να ζήσει ο ίδιος και να συντηρήσει την οικογένειά του με αξιοπρέπεια, έχει προ πολλού εκλείψει. Το χαμόγελο πάνε να το σβήσουν από τα χείλη μας.
Στην προσπάθειά τους αυτή δεν είναι μόνοι. Στρατιές πληρωμένων κοντυλοφόρων που θέλουν ν’ αυτοαποκαλούνται δημοσιογράφοι, έχουν αναλάβει, με το αζημίωτο, να περάσουν, να διαφημίσουν και να προπαγανδίσουν το έργο τους. Έχουν αναλάβει να μας πείσουν για την αναγκαιότητα των «μέτρων», που χωρίς αυτά όλοι μας θα κατρακυλούσαμε στον γκρεμό. Μας λένε πως παίρνει η κυβέρνηση εύσημα από τους έξωθεν εντολείς της για την πάταξη της φοροδιαφυγής, χωρίς να μας λένε πότε τα’ αφεντικά τους, οι καναλάρχες, ομοτράπεζοι των κρατούντων,  θ’ αποπληρώσουν όσα χρωστάνε σε τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και εφορίες. Μας δείχνουν στατιστικά στοιχεία για το πόσο περιορίστηκε το λαθρεμπόριο των καυσίμων και δεν μας δείχνουν ούτε μας λένε πόσοι κάηκαν προσπαθώντας να ζεσταθούν. Μας λένε πως οι προοπτικές μας είναι μεγάλες και έχουμε μέλλον μπροστά μας, όταν η ανεργία, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους έχει καταρρίψει κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Γεμίζουν τα προγράμματα κάθε καναλιού της τηλεόρασης με συνταγές μαγειρικής για να ονειρεύονται και να χορταίνουν όσοι σιτίζονται από τα κοινωνικά συσσίτια. Όταν πολλοί από τους τυχερούς που έχουν ακόμη δουλειά, πηγαινοέρχονται καθημερινά σ’ αυτήν με τα πόδια γιατί με το αντίτιμο του εισιτηρίου θ΄αγοράσουν γάλα για τα παιδιά τους. Που ακόμη λιποθυμούν από την πείνα στα σχολεία.
Και σε κάθε ευκαιρία μας τρομοκρατούν για τις τρομερές συνέπειες που θάχουμε, και τα χειρότερα που θα μας βρουν, αν δεν συμμορφωθούμε και δεν ακολουθήσουμε τις άνωθεν εντολές.
Για το τι έχουμε να πάθουμε αν τολμήσουμε να βγάλουμε τις παρωπίδες και να σηκώσουμε το κεφάλι.
Αυτοί είναι οι σύγχρονοι τρομοκράτες των λαών. Και την τρομοκρατία της ασκούν με μέσα σύγχρονα και δοκιμασμένα. Επιστημονικά. Που κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί σε λαούς ολόκληρους.
Κι εμείς ψαχνόμαστε. Και προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να ξεφύγουμε, ν’ αλλάξουμε τα πράγματα. Αλλά την εναλλακτική λύση δεν την έχουμε εμείς. Μας την έχουν ετοιμάσει ήδη και έχουν αρχίσει να μας την προβάλλουν οι άλλοι. Αυτοί που καθορίζουν τις τύχες μας. Τις δικές μας και των άλλων λαών. Απλά θ’ αλλάξουν τις μάσκες που φορούν οι τοποτηρητές τους. Κι εμείς θάμαστε πάλι ευχαριστημένοι που άλλαξαν τα πράγματα και ξεφύγαμε λίγο.
Μέχρι ν’ αρχίσουμε πάλι να ψαχνόμαστε.
Καλή μας χρονιά.
Όσο καλή μπορεί νάναι.


Κωστής, Γενάρης 2014.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Από τότε μας τα λένε, αλλά ποιος ακούει.

Έχω πολύ καιρό να γράψω κάτι. 
Όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, όλα όσα κάνουν και μας κάνουν κοντεύουν να μας αποτελειώσουν.
Δεν θα γράψω κάτι δικό μου σήμερα. Απλά θα σας μεταφέρω δυό κειμενάκια από τον Θέογνι τον Μεγαρέα, ποιητή που έζησε γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.
Νομίζω πως μας ταιριάζουν ακριβώς σαν να τα έγραψε για 
εμας, τους σημερινούς Έλληνες.
Παραθέτω το αρχαίο κείμενο, και απο κάτω την μεταφορά του στα σύγχρονα Ελληνικά, σε ελεύθερη απόδοση, όσο το επιτρέπουν οι λίγες μου γνώσεις.

Κείμενο α.

Κύρνε, κύει πόλις ἥδε, δέδοικα δὲ μὴ τέκῃ ἄνδρα |40 εὐθυντῆρα κακῆς ὕβριος ἡμετέρης. |41 ἀστοὶ μὲν γὰρ ἔθ᾽ οἵδε σαόφρονες, ἡγεμόνες δὲ |42 τετράφαται πολλὴν εἰς κακότητα πεσεῖν. |43 οὐδεμίαν πω Κύρν᾽ ἀγαθοὶ πόλιν ὤλεσαν ἄνδρες· |44 ἀλλ᾽ ὅταν ὑβρίζειν τοῖσι κακοῖσι ἅδῃ |45 δῆμόν τε φθείρωσι δίκας τ᾽ ἀδίκοισι διδῶσιν |46 οἰκείων κερδέων εἵνεκα καὶ κράτεος, |47 ἔλπεο μὴ δηρὸν κείνην πόλιν ἀτρεμίεσθαι, |48 μηδ᾽ εἰ νῦν κεῖται πολλῇ ἐν ἡσυχίῃ, |49 εὖτ᾽ ἂν τοῖσι κακοῖσι φίλ᾽ ἀνδράσι ταῦτα γένηται, |50 κέρδεα δημοσίῳ σὺν κακῷ ἐρχόμενα. |51 ἐκ τῶν γὰρ στάσιές τε καὶ ἔμφυλοι φόνοι ἀνδρῶν |52 μούναρχοί τε· πόλει μήποτε τῇδε ἅδοι.

Θέογνις 39-52.

Μεταφορά :

Κύρνε, αυτή εδώ η πόλις(κράτος) είναι γκαστρωμένη και φοβούμαι πως θα γεννήσει κάποιον άνδρα που θα μας φέρει στον ίσιο δρόμο από τις δικές μας αμαρτίες. Οι πολίτες εδώ έχουν ακόμη μυαλό, αλλά οι κυβερνήτες έχουν ξεφύγει τόσο μακριά, ώστε να πέσουν σε εξευτελισμό. Καμμια πόλι(κράτος) δεν έχουν καταστρέψει οι γνωστικοί άνδρες, Κύρνε. Αλλά όταν άνθρωποι που είναι ανίκανοι αποφασίζουν να συμπεριφέρονται χυδαία και όταν την πολιτεία καταστρέφουν και όταν δικαιοσύνη αποδίδουν υπέρ των αδικούντων για (να προσποριστούν) προσωπικό κέρδος και δύναμη, να μην περιμένεις αυτήν την πολιτεία να παραμείνει για πολύ καιρό ειρηνική, ακόμη και αν είναι αυτόν τον καρό σε ησυχία. Εφ όσον οι διεφθαρμένοι αποφασίζουν γι αυτά τα πράγματα, δηλαδή τα προσωπικά κέρδη, έχουν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του δημόσιου συμφέροντος. Αυτά τα πράγματα έχουν σαν αποτέλεσμα διχόνοια, σκοτωμούς αναμεσα σε τοπικές ομάδες πολιτών και άρχοντες. Εύχομαι αυτή η πολιτεία ποτέ να μη δεχτεί αυτά τα πράγματα.  

Κείμενο β.

1081 Κύρνε, κύει πόλις ἥδε, δέδοικα δὲ μὴ τέκῃ ἄνδρα |1082 ὑβριστήν, χαλεπῆς ἡγεμόνα στάσιος· |1082a
ἀστοὶ μὲν γὰρ ἔασι σαόφρονες, ἡγεμόνες δὲ |1082b τετράφαται πολλὴν εἰς κακότητα πεσεῖν

Θέογνις 1081-1082b

Μεταφορά :

Κύρνε, αυτή η πολιτεία είναι γκαστρωμένη και φοβούμαι μήπως γεννήσει έναν άνδρα που θα είναι διεφθαρμένος, έναν ηγεμόνα τρομερής διχόνοιας. Οι πολίτες εδώ είναι συνετοί, αλλά οι κυβερνήτες έχουν ξεφύγει τόσο πολύ ώστε να πέσουν σε εξευτελισμό.




Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Πεθαίνω από αγάπη.


Πεθαίνω από αγάπη

        Είναι όντως συγκινητικές οι δηλώσεις αγάπης και αφωσίωσης που μας πλήτουν τελευταία. Ο ένας μετά τον άλλο, οι ηγέτες των μεγάλων μας ανακάλυψαν ξαφνικά και μας περιβάλλουν ασφυκτικά με την αγάπη τους.
          Όσοι δεν προλαβαίνουν να έρθουν προσωπικά για να μας την βεβαιώσουν από κοντά, μας την διαμηνούν με κάθε τρόπο. Μια αγάπη άδολη, απεριόριστη, αιώνια και ανυστερόβουλη.
          Σ’ εμάς εναπόκειται να την ανταποδώσουμε έμπρακτα, με αντάλλαγμα ότι δεν έχει ξεπουληθεί ακόμη σ’ αυτόν τον τόπο. Ότι δεν έχουν προλάβει να ξεπουλήσουν οι ντόπιοι κλέφτες και ν’ αρπάξουν οι ξένοι άρπαγες.
          Η αγάπη βλέπετε δεν γνωρίζει σύνορα. Πρέπει να μοιράζεται. Μαζί με ότι άλλο έχεις να μοιραστείς. Αυτοί έχουν την αγάπη. Εμείς μπορεί νάχουμε ακόμη, στα χαρτιά τουλάχιστον, κάτι για μοίρασμα. Όπως για παράδειγμα κάποιο Εθνικό πλούτο.
Όταν τον μοιράσουμε κι αυτόν θα εξακολουθούμε να χορταίνουμε με την αγάπη τους. Περίπου όπως χορταίνουμε και τώρα με τις συνταγές της μαγειρικής των σχετικών εκπομπών που προβάλει κάθε καθώς πρέπει κανάλι.
Ορκίζονται στην αγάπη που τρέφουν για μας. Όπως για παράδειγμα, αν αμφιβάλουμε:
-Μ’ αγαπάς μωρό μου στ’ αλήθεια;
-Ορκίζομαι. Να σε θάψω αγάπη μου.
Η ταφόπλακα πάνω θα γράφει : «ΠΕΘΑΝΕ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ».
Και δίπλα το στεφάνι που κατέθεσαν : ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ.

Κωστής. Φλεβάρης 2013.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Κηφισια-Γλυφάδα


Κηφισιά – Γλυφάδα
(Εικόνες και κουβέντες)

          Προσπαθώ, όσο μπορώ, να χρησιμοποιώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όπου κινούνται και όταν τα κινούν εκείνοι που είναι η δουλειά τους να τα κινούν. Από την Γλυφάδα που μένω για παράδειγμα, για να πάω στην Αθήνα όταν χρειάζεται, υπάρχει ο συνδυασμός λεωφορείο και μετρό που με βολεύει. Και όταν μπορώ και υπάρχει άνεση χρόνου, κάνω και μέρος της διαδρομής με τα πόδια.
          Τώρα τελευταία χρειάζεται ν’ ανεβαίνω συχνά στην Κηφισιά. Κάποιος συγγενής νοσηλεύεται στο ΚΑΤ και πρέπει να τον επισκέπτομαι. Ανέβηκα μερικές φορές με το αυτοκίνητο λόγω ανάγκης, είχα πέσει και μέσα στις μέρες που τα ΜΜΜ είχαν απεργίες και αποφάσισα να μην το ξαναπροσπαθήσω. Αν μπορώ φυσικά. Από την Γλυφάδα μπορώ να πάρω το τράμ, να κατεβώ στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και από εκεί με τον παλιό καλό «ηλεκτρικό», κατ ευθείαν στην Κηφισιά. Έχουν φτιάξει και σταθμό τώρα πια κοντά στο ΚΑΤ και βολεύει. Η διαδρομή βέβαια μπορεί να κρατήσει κοντά δυο ώρες αλλά είναι ξεκούραστη, και από χρόνο τώρα πια με την σύνταξη έχουμε μπόλικο. Μακάρι να ξέραμε τι να τον κάνουμε.
          Πριν μερικές μέρες έκανα την διαδρομή της επιστροφής. Στον ηλεκτρικό ΚΑΤ-ΣΕΦ και τράμ ΣΕΦ Γλυφάδα.
          Ψιλόβρεχε και έκανε και κρύο την ώρα που έφυγα από την Κηφισιά. Λιγοστός ο κόσμος στον σταθμό του ηλεκτρικού. Μερικοί επισκέπτες του ΚΑΤ σαν και μένα δυο τρείς νεαροί που κατέβαιναν στην Αθήνα στο φροντιστήριο και δυο νοσοκόμες αποκλειστικές, που είχαν τελειώσει την βάρδια με τους πελάτες τους και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Από την κουβέντα που είχαν πιάσει μεταξύ τους κατάλαβα πως και οι δυό ήταν αλλοδαπές και τα Ελληνικά ήταν η κοινή τους γλώσσα.
-Είσαι πολλά χρόνια στην Ελλάδα;
-Εικοσιπέντε. Είχα φύγει από την Ουγγαρία μικρή. Στην Γερμανία σπούδασα νοσοκόμα και δούλευα 15 χρόνια. Εκεί γνώρισα τον άντρα μου και όταν παντρευτήκαμε θέλησε να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα να κάνει δουλειά εδώ. Στην Γερμανία δούλευε σαν μαραγκός. Δεν είχε δουλειά δική του αλλά είχα δουλειά συνέχεια. Ήταν καλός μάστορας. Τώρα έκλεισε και την δουλειά που είχε ξεκινήσει εδώ. Δεν υπάρχουν πια δουλειές.
Αχ..! Καλύτερα να μην είχαμε φύγει από την Γερμανία. Εσύ είσαι παντρεμμένη; Πόσα χρόνια ζείς εδώ;
-Στην Ελλάδα είμαι οχτώ χρόνια. Είχα δουλέψει δέκα χρόνια πριν σαν νοσοκόμα στην Ουκρανία. Μετά, όταν χώρισα με τον άντρα μου, κατάφερα να βγάλω βίζα και να έρθω σαν τουρίστρια στην Ελλάδα. Βρήκα στην αρχή δουλειά να περιποιούμαι μια γιαγιά που ήταν κατάκοιτη. Δεν είχα χαρτιά και άδεια ακόμη. Όταν πέθανε η γιαγιά βρήκα μια άλλη. Αλλά πέθανε και αυτή σε μερικούς μήνες. Και άρχισα να κάνω μεροκάματα. Να καθαρίζω σπίτια. Μετά, όταν έφτιαξα τα χαρτιά μου, επειδή είχα και το δίπλωμα της νοσοκόμας, μου επέτρεψαν να βγάλω άδεια και να δουλεύω σαν αποκλειστική.
-Που μένεις?
-Στο Αιγάλεω, εσύ ;
-Στα Καμίνια στον Πειραιά. Μ’ εξυπηρετεί ο Ηλεκτρικός όταν έχω πελάτη στο ΚΑΤ.
-Να έφτασε το τραίνο. Καλό σου βράδυ. Χάρηκα που τα είπαμε.
-Κι εγώ. Καλό βράδυ.
          Είχε φτάσει το τραίνο. Και χωθήκαμε μέσα όλοι. Και καθένας στον εαυτό του.
          Κόσμος περισσότερος μπαινόβγαινε στο τραίνο όσο προχωρούσε προς την Αθήνα. Και κάπου εκεί στο σταθμό του Νέου Ηρακλείου, αν θυμάμαι καλά,  βλέπω ένα αγοράκι εννιά με δέκα χρονών, να κρατά την πόρτα του βαγονιού να μην κλείσει και απ’ εξω η μάννα του, να πετά μέσα στο βαγόνι τσάντες, σακ-βουαγιάζ, χαρτόκουτες και δυο-τρεις σακούλες από σούπερ-μάρκετ. Πως τάχαν καταφέρει και τα κουβάλησαν οι δυό τους μέχρι την πλατφόρμα του τρένου δεν ξέρω. Πάντως το αγοράκι δεν φαινόταν να μπορεί να προσφέρει και μεγάλη βοήθεια. Τακτοποίησαν τα μπαγκάζια τους στην άκρη του βαγονιού, όπως όπως και κάθισαν απέναντί μου. Πρόσεχαν τα πράγματά τους σαν νάταν αυτά όλο το νοικοκυριό τους και μάλλον ήταν. Και οι δυό τους δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστά ντυμένοι παρ’ όλο το κρύο. Και στων δυό τα πρόσωπα ήταν χαραγμένα έντονα τα σημάδια της κούρασης και της απογοήτευσης. Περισσότερο στο πρόσωπο της μάννας. Που θάταν δεν θάταν τριάντα χρονών και ήταν και όμορφη. Παρ’ όλες τις αυλακιές από τα βάσανα που είχε το πρόσωπό της.
-Γιώργο, που έχεις το μπουκάλι το νερό. Δώσε μου το σε παρακαλώ.
Έψαξε ο Γιώργος στις σακούλες και το βρήκε. Ήπιε μια γουλιά και μετά τόδωσε στην μάννα του.
Άρχισε μετά η μάννα να ψάχνει τις τσέπες της, την τσάντα της τις σακούλες μία μία.
-Γιώργο μήπως έχεις εσύ το κινητό μου; Δεν τόχω εγώ. Μήπως το είδες;
-Όχι μαμά. Δεν τόχω. Τελευταία φορά το είχα δεί στο κομοδίνο. Κοντά στην πόρτα πριν φύγουμε. Πάλι το ξέχασες μανούλα; Τί θα κάνουμε τώρα.
Καινούριο ψάξιμο από την αρχή. Και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
-Τι θα κάνουμε τώρα μανούλα; Πως θα ειδοποιήσουμε ναρθούν να μας πάρουν; Είναι μακριά από τον σταθμό η Κοκκινιά;
-Κάτι θα βρούμε να κάνουμε παιδάκι μου. Μην στεναχωριέσαι. Το μπουφάν σου το χοντρό το πήρες μαζί σου;
-Όχι μαμά. Το ξέχασα κι εγώ.
Ψάξιμο ξανά στις σακούλες η μαμά. Βγάζει μέσα από μιά ένα κομάτι ψωμί, έκοψε λίγο για τον Γιώργο, πήρε και αυτή λίγο κι αρχίσανε να τρώνε με την όρεξη που έχουν πάντα οι πεινασμένοι.
-Πρόσεξες κάτι Γιώργο; Το ψωμί που μας δώσανε σήμερα είναι πιο νόστιμο από το χθεσινό.
-Ναι μαμά.
Σταθμός Αττικής. Δυνατή φωνή που ακούγεται σ’ ολόκληρο το βαγόνι:
-Κυρίες και κύριοι. Είμαι άστεγος και κάνω αποτοξίνωση. Σας παρακαλώ πολύ να με βοηθήσετε και να με στηρίξετε. Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστώ πολύ.
Λίγα χέρια όμως φάνηκαν να κινούνται προς τις τσέπες και τις τσάντες.
Παρακάτω. Βικτώρια, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Θησείο. Γέμισε το βαγόνι. Παρέες νεαρών. Μιλούσαν μ’ ενθουσιασμό και δυνατά.
Μερικοί αλλοδαποί. Έγχρωμοι ως επί το πλείστον. Με σακούλες γεμάτες με τις πραμάτειες του. Αυτοί προσπαθούσαν τουλάχιστον να περάσουν όσο γίνεται πιο απαρατήρητοι. Αν γίνεται.
Όσο πλησιάζαμε προς το Φάληρο. Τόσο περισσότερο ασφυκτικά γέμιζε το βαγόνι. Περισσότεροι ανέβαιναν παρά κατέβαιναν. Και στο Φάληρο, όλοι άρχισαν να κατεβαίνουν. Ημεδαποί κα αλλοδαποί. Οι πιο πολλοί τράβηξαν για το ΣΕΦ. Είχαν βλέπετε αγώνα μεταξύ τους οι αιώνιοι αντίπαλοι.
Εγώ πήγα στο τέρμα του τράμ. Και στο βαγόνι μέσα έμειναν μόνο ο Γιώργος με την μάννα του. Την βασανισμένη. Που δυο φορές την είχα πετύχει να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Κρυφά από τον γυιό της.
Το τράμ για την Γλυφάδα σχεδόν άδειο. Τρείς τέσσερεις ήμασταν όλοι κι όλοι.
Γύρω γύρω από το ΣΕΦ υπήρχε πολύς κόσμος. Και οι χώροι στάθμευσης και οι δρόμοι πηγμένοι από αυτοκίνητα. Αναρωτιέμαι γιατί το είπαν Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Εκεί μεσα γίνεται πόλεμος κάθε φορά που γίνεται αγώνας. Ειδικά μεταξύ των «αιωνίων».
Μερικές στάσεις πιο κάτω ο κόσμος είχε γίνει περισσότερος. Και μπήκε και μια κυρία κρατώντας από το χέρι δυο παιδάκια. Πέντε έξη χρονών το πολύ. Όμορφα και καλοντυμένα παιδάκια. Σαν μοντελάκια. Η κυρία, μάλλον φαινόταν για γιαγιά. Και σίγουρα δεν φαινόταν Ελληνίδα.
Κάθισαν δίπλα μου και τα παιδάκια, όντως χαριτωμένα δεν άργησαν να μου πιάσουν κουβέντα.
-Πως σε λένε;
-Κώστα. Εσένα;
-Εμένα με λένε Νικόλα. Έχεις παιδάκια;
-Εχω δύο κορίτσια. Είναι μεγάλα.
-Πόσο μεγάλα;
-Σαν την μαμά σου.
-Εμένα η μαμά μου είναι μεγάλη και όμορφη. Είναι από την Ουκρανία. Την λένε Λουντμίλα. Πως λένε τα κορίτσια σου; Πάνε σχολείο; Εγώ πάω στα Αγγλικά. Κάθε βράδυ. Ξέρω “good morning”, “good evening”,  ξέρω και να μετράω “one, two, three…” . Ξέρεις δεν μ’ έχουνε ακόμη βαφτίσει.
-Και πως έχεις όνομα αφού δεν σ’ έχουν ακόμη βαφτίσει; Το όνομα στο δίνουν όταν σε βαφτίζουν.
-Θα με βαφτίσουν την άνοιξη. Αλλά έπρεπε να έχω όνομα για να πάω σχολείο. Αλλιώς δεν θα μ’ επαιρναν. Τώρα πρέπει να κατεβούμε. Μένουμε στον Άλιμο. Εσύ που μένεις;
-Νικόλα έλα. Θα κατεβούμε κι εσένα θα σε αφήσω μέσα στο τράμ. Πες καληνύχτα στον κύριο.
-Good night.
-Καληνύχτα Νικόλα.
Φτάνουμε στην Γλυφάδα. Φώτα, μαγαζιά ανοιχτά. Λιγοστός κόσμος στους δρόμους κι ακόμη λιγότερος στα μαγαζιά. Μονάχα οι καφετέριες και τα σουβλατζίδικα που συναντάς κάθε δέκα μέτρα έχουν κίνηση.
Κι εγώ σκέφτομαι τον Γιώργο που μοιραζόταν το ψωμί με τη μάννα του στο τρένο.


Κωστής. Φλεβάρης 2013.