Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Από τότε μας τα λένε, αλλά ποιος ακούει.

Έχω πολύ καιρό να γράψω κάτι. 
Όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, όλα όσα κάνουν και μας κάνουν κοντεύουν να μας αποτελειώσουν.
Δεν θα γράψω κάτι δικό μου σήμερα. Απλά θα σας μεταφέρω δυό κειμενάκια από τον Θέογνι τον Μεγαρέα, ποιητή που έζησε γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.
Νομίζω πως μας ταιριάζουν ακριβώς σαν να τα έγραψε για 
εμας, τους σημερινούς Έλληνες.
Παραθέτω το αρχαίο κείμενο, και απο κάτω την μεταφορά του στα σύγχρονα Ελληνικά, σε ελεύθερη απόδοση, όσο το επιτρέπουν οι λίγες μου γνώσεις.

Κείμενο α.

Κύρνε, κύει πόλις ἥδε, δέδοικα δὲ μὴ τέκῃ ἄνδρα |40 εὐθυντῆρα κακῆς ὕβριος ἡμετέρης. |41 ἀστοὶ μὲν γὰρ ἔθ᾽ οἵδε σαόφρονες, ἡγεμόνες δὲ |42 τετράφαται πολλὴν εἰς κακότητα πεσεῖν. |43 οὐδεμίαν πω Κύρν᾽ ἀγαθοὶ πόλιν ὤλεσαν ἄνδρες· |44 ἀλλ᾽ ὅταν ὑβρίζειν τοῖσι κακοῖσι ἅδῃ |45 δῆμόν τε φθείρωσι δίκας τ᾽ ἀδίκοισι διδῶσιν |46 οἰκείων κερδέων εἵνεκα καὶ κράτεος, |47 ἔλπεο μὴ δηρὸν κείνην πόλιν ἀτρεμίεσθαι, |48 μηδ᾽ εἰ νῦν κεῖται πολλῇ ἐν ἡσυχίῃ, |49 εὖτ᾽ ἂν τοῖσι κακοῖσι φίλ᾽ ἀνδράσι ταῦτα γένηται, |50 κέρδεα δημοσίῳ σὺν κακῷ ἐρχόμενα. |51 ἐκ τῶν γὰρ στάσιές τε καὶ ἔμφυλοι φόνοι ἀνδρῶν |52 μούναρχοί τε· πόλει μήποτε τῇδε ἅδοι.

Θέογνις 39-52.

Μεταφορά :

Κύρνε, αυτή εδώ η πόλις(κράτος) είναι γκαστρωμένη και φοβούμαι πως θα γεννήσει κάποιον άνδρα που θα μας φέρει στον ίσιο δρόμο από τις δικές μας αμαρτίες. Οι πολίτες εδώ έχουν ακόμη μυαλό, αλλά οι κυβερνήτες έχουν ξεφύγει τόσο μακριά, ώστε να πέσουν σε εξευτελισμό. Καμμια πόλι(κράτος) δεν έχουν καταστρέψει οι γνωστικοί άνδρες, Κύρνε. Αλλά όταν άνθρωποι που είναι ανίκανοι αποφασίζουν να συμπεριφέρονται χυδαία και όταν την πολιτεία καταστρέφουν και όταν δικαιοσύνη αποδίδουν υπέρ των αδικούντων για (να προσποριστούν) προσωπικό κέρδος και δύναμη, να μην περιμένεις αυτήν την πολιτεία να παραμείνει για πολύ καιρό ειρηνική, ακόμη και αν είναι αυτόν τον καρό σε ησυχία. Εφ όσον οι διεφθαρμένοι αποφασίζουν γι αυτά τα πράγματα, δηλαδή τα προσωπικά κέρδη, έχουν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του δημόσιου συμφέροντος. Αυτά τα πράγματα έχουν σαν αποτέλεσμα διχόνοια, σκοτωμούς αναμεσα σε τοπικές ομάδες πολιτών και άρχοντες. Εύχομαι αυτή η πολιτεία ποτέ να μη δεχτεί αυτά τα πράγματα.  

Κείμενο β.

1081 Κύρνε, κύει πόλις ἥδε, δέδοικα δὲ μὴ τέκῃ ἄνδρα |1082 ὑβριστήν, χαλεπῆς ἡγεμόνα στάσιος· |1082a
ἀστοὶ μὲν γὰρ ἔασι σαόφρονες, ἡγεμόνες δὲ |1082b τετράφαται πολλὴν εἰς κακότητα πεσεῖν

Θέογνις 1081-1082b

Μεταφορά :

Κύρνε, αυτή η πολιτεία είναι γκαστρωμένη και φοβούμαι μήπως γεννήσει έναν άνδρα που θα είναι διεφθαρμένος, έναν ηγεμόνα τρομερής διχόνοιας. Οι πολίτες εδώ είναι συνετοί, αλλά οι κυβερνήτες έχουν ξεφύγει τόσο πολύ ώστε να πέσουν σε εξευτελισμό.




Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Πεθαίνω από αγάπη.


Πεθαίνω από αγάπη

        Είναι όντως συγκινητικές οι δηλώσεις αγάπης και αφωσίωσης που μας πλήτουν τελευταία. Ο ένας μετά τον άλλο, οι ηγέτες των μεγάλων μας ανακάλυψαν ξαφνικά και μας περιβάλλουν ασφυκτικά με την αγάπη τους.
          Όσοι δεν προλαβαίνουν να έρθουν προσωπικά για να μας την βεβαιώσουν από κοντά, μας την διαμηνούν με κάθε τρόπο. Μια αγάπη άδολη, απεριόριστη, αιώνια και ανυστερόβουλη.
          Σ’ εμάς εναπόκειται να την ανταποδώσουμε έμπρακτα, με αντάλλαγμα ότι δεν έχει ξεπουληθεί ακόμη σ’ αυτόν τον τόπο. Ότι δεν έχουν προλάβει να ξεπουλήσουν οι ντόπιοι κλέφτες και ν’ αρπάξουν οι ξένοι άρπαγες.
          Η αγάπη βλέπετε δεν γνωρίζει σύνορα. Πρέπει να μοιράζεται. Μαζί με ότι άλλο έχεις να μοιραστείς. Αυτοί έχουν την αγάπη. Εμείς μπορεί νάχουμε ακόμη, στα χαρτιά τουλάχιστον, κάτι για μοίρασμα. Όπως για παράδειγμα κάποιο Εθνικό πλούτο.
Όταν τον μοιράσουμε κι αυτόν θα εξακολουθούμε να χορταίνουμε με την αγάπη τους. Περίπου όπως χορταίνουμε και τώρα με τις συνταγές της μαγειρικής των σχετικών εκπομπών που προβάλει κάθε καθώς πρέπει κανάλι.
Ορκίζονται στην αγάπη που τρέφουν για μας. Όπως για παράδειγμα, αν αμφιβάλουμε:
-Μ’ αγαπάς μωρό μου στ’ αλήθεια;
-Ορκίζομαι. Να σε θάψω αγάπη μου.
Η ταφόπλακα πάνω θα γράφει : «ΠΕΘΑΝΕ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ».
Και δίπλα το στεφάνι που κατέθεσαν : ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ.

Κωστής. Φλεβάρης 2013.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Κηφισια-Γλυφάδα


Κηφισιά – Γλυφάδα
(Εικόνες και κουβέντες)

          Προσπαθώ, όσο μπορώ, να χρησιμοποιώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όπου κινούνται και όταν τα κινούν εκείνοι που είναι η δουλειά τους να τα κινούν. Από την Γλυφάδα που μένω για παράδειγμα, για να πάω στην Αθήνα όταν χρειάζεται, υπάρχει ο συνδυασμός λεωφορείο και μετρό που με βολεύει. Και όταν μπορώ και υπάρχει άνεση χρόνου, κάνω και μέρος της διαδρομής με τα πόδια.
          Τώρα τελευταία χρειάζεται ν’ ανεβαίνω συχνά στην Κηφισιά. Κάποιος συγγενής νοσηλεύεται στο ΚΑΤ και πρέπει να τον επισκέπτομαι. Ανέβηκα μερικές φορές με το αυτοκίνητο λόγω ανάγκης, είχα πέσει και μέσα στις μέρες που τα ΜΜΜ είχαν απεργίες και αποφάσισα να μην το ξαναπροσπαθήσω. Αν μπορώ φυσικά. Από την Γλυφάδα μπορώ να πάρω το τράμ, να κατεβώ στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και από εκεί με τον παλιό καλό «ηλεκτρικό», κατ ευθείαν στην Κηφισιά. Έχουν φτιάξει και σταθμό τώρα πια κοντά στο ΚΑΤ και βολεύει. Η διαδρομή βέβαια μπορεί να κρατήσει κοντά δυο ώρες αλλά είναι ξεκούραστη, και από χρόνο τώρα πια με την σύνταξη έχουμε μπόλικο. Μακάρι να ξέραμε τι να τον κάνουμε.
          Πριν μερικές μέρες έκανα την διαδρομή της επιστροφής. Στον ηλεκτρικό ΚΑΤ-ΣΕΦ και τράμ ΣΕΦ Γλυφάδα.
          Ψιλόβρεχε και έκανε και κρύο την ώρα που έφυγα από την Κηφισιά. Λιγοστός ο κόσμος στον σταθμό του ηλεκτρικού. Μερικοί επισκέπτες του ΚΑΤ σαν και μένα δυο τρείς νεαροί που κατέβαιναν στην Αθήνα στο φροντιστήριο και δυο νοσοκόμες αποκλειστικές, που είχαν τελειώσει την βάρδια με τους πελάτες τους και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Από την κουβέντα που είχαν πιάσει μεταξύ τους κατάλαβα πως και οι δυό ήταν αλλοδαπές και τα Ελληνικά ήταν η κοινή τους γλώσσα.
-Είσαι πολλά χρόνια στην Ελλάδα;
-Εικοσιπέντε. Είχα φύγει από την Ουγγαρία μικρή. Στην Γερμανία σπούδασα νοσοκόμα και δούλευα 15 χρόνια. Εκεί γνώρισα τον άντρα μου και όταν παντρευτήκαμε θέλησε να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα να κάνει δουλειά εδώ. Στην Γερμανία δούλευε σαν μαραγκός. Δεν είχε δουλειά δική του αλλά είχα δουλειά συνέχεια. Ήταν καλός μάστορας. Τώρα έκλεισε και την δουλειά που είχε ξεκινήσει εδώ. Δεν υπάρχουν πια δουλειές.
Αχ..! Καλύτερα να μην είχαμε φύγει από την Γερμανία. Εσύ είσαι παντρεμμένη; Πόσα χρόνια ζείς εδώ;
-Στην Ελλάδα είμαι οχτώ χρόνια. Είχα δουλέψει δέκα χρόνια πριν σαν νοσοκόμα στην Ουκρανία. Μετά, όταν χώρισα με τον άντρα μου, κατάφερα να βγάλω βίζα και να έρθω σαν τουρίστρια στην Ελλάδα. Βρήκα στην αρχή δουλειά να περιποιούμαι μια γιαγιά που ήταν κατάκοιτη. Δεν είχα χαρτιά και άδεια ακόμη. Όταν πέθανε η γιαγιά βρήκα μια άλλη. Αλλά πέθανε και αυτή σε μερικούς μήνες. Και άρχισα να κάνω μεροκάματα. Να καθαρίζω σπίτια. Μετά, όταν έφτιαξα τα χαρτιά μου, επειδή είχα και το δίπλωμα της νοσοκόμας, μου επέτρεψαν να βγάλω άδεια και να δουλεύω σαν αποκλειστική.
-Που μένεις?
-Στο Αιγάλεω, εσύ ;
-Στα Καμίνια στον Πειραιά. Μ’ εξυπηρετεί ο Ηλεκτρικός όταν έχω πελάτη στο ΚΑΤ.
-Να έφτασε το τραίνο. Καλό σου βράδυ. Χάρηκα που τα είπαμε.
-Κι εγώ. Καλό βράδυ.
          Είχε φτάσει το τραίνο. Και χωθήκαμε μέσα όλοι. Και καθένας στον εαυτό του.
          Κόσμος περισσότερος μπαινόβγαινε στο τραίνο όσο προχωρούσε προς την Αθήνα. Και κάπου εκεί στο σταθμό του Νέου Ηρακλείου, αν θυμάμαι καλά,  βλέπω ένα αγοράκι εννιά με δέκα χρονών, να κρατά την πόρτα του βαγονιού να μην κλείσει και απ’ εξω η μάννα του, να πετά μέσα στο βαγόνι τσάντες, σακ-βουαγιάζ, χαρτόκουτες και δυο-τρεις σακούλες από σούπερ-μάρκετ. Πως τάχαν καταφέρει και τα κουβάλησαν οι δυό τους μέχρι την πλατφόρμα του τρένου δεν ξέρω. Πάντως το αγοράκι δεν φαινόταν να μπορεί να προσφέρει και μεγάλη βοήθεια. Τακτοποίησαν τα μπαγκάζια τους στην άκρη του βαγονιού, όπως όπως και κάθισαν απέναντί μου. Πρόσεχαν τα πράγματά τους σαν νάταν αυτά όλο το νοικοκυριό τους και μάλλον ήταν. Και οι δυό τους δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστά ντυμένοι παρ’ όλο το κρύο. Και στων δυό τα πρόσωπα ήταν χαραγμένα έντονα τα σημάδια της κούρασης και της απογοήτευσης. Περισσότερο στο πρόσωπο της μάννας. Που θάταν δεν θάταν τριάντα χρονών και ήταν και όμορφη. Παρ’ όλες τις αυλακιές από τα βάσανα που είχε το πρόσωπό της.
-Γιώργο, που έχεις το μπουκάλι το νερό. Δώσε μου το σε παρακαλώ.
Έψαξε ο Γιώργος στις σακούλες και το βρήκε. Ήπιε μια γουλιά και μετά τόδωσε στην μάννα του.
Άρχισε μετά η μάννα να ψάχνει τις τσέπες της, την τσάντα της τις σακούλες μία μία.
-Γιώργο μήπως έχεις εσύ το κινητό μου; Δεν τόχω εγώ. Μήπως το είδες;
-Όχι μαμά. Δεν τόχω. Τελευταία φορά το είχα δεί στο κομοδίνο. Κοντά στην πόρτα πριν φύγουμε. Πάλι το ξέχασες μανούλα; Τί θα κάνουμε τώρα.
Καινούριο ψάξιμο από την αρχή. Και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
-Τι θα κάνουμε τώρα μανούλα; Πως θα ειδοποιήσουμε ναρθούν να μας πάρουν; Είναι μακριά από τον σταθμό η Κοκκινιά;
-Κάτι θα βρούμε να κάνουμε παιδάκι μου. Μην στεναχωριέσαι. Το μπουφάν σου το χοντρό το πήρες μαζί σου;
-Όχι μαμά. Το ξέχασα κι εγώ.
Ψάξιμο ξανά στις σακούλες η μαμά. Βγάζει μέσα από μιά ένα κομάτι ψωμί, έκοψε λίγο για τον Γιώργο, πήρε και αυτή λίγο κι αρχίσανε να τρώνε με την όρεξη που έχουν πάντα οι πεινασμένοι.
-Πρόσεξες κάτι Γιώργο; Το ψωμί που μας δώσανε σήμερα είναι πιο νόστιμο από το χθεσινό.
-Ναι μαμά.
Σταθμός Αττικής. Δυνατή φωνή που ακούγεται σ’ ολόκληρο το βαγόνι:
-Κυρίες και κύριοι. Είμαι άστεγος και κάνω αποτοξίνωση. Σας παρακαλώ πολύ να με βοηθήσετε και να με στηρίξετε. Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστώ πολύ.
Λίγα χέρια όμως φάνηκαν να κινούνται προς τις τσέπες και τις τσάντες.
Παρακάτω. Βικτώρια, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Θησείο. Γέμισε το βαγόνι. Παρέες νεαρών. Μιλούσαν μ’ ενθουσιασμό και δυνατά.
Μερικοί αλλοδαποί. Έγχρωμοι ως επί το πλείστον. Με σακούλες γεμάτες με τις πραμάτειες του. Αυτοί προσπαθούσαν τουλάχιστον να περάσουν όσο γίνεται πιο απαρατήρητοι. Αν γίνεται.
Όσο πλησιάζαμε προς το Φάληρο. Τόσο περισσότερο ασφυκτικά γέμιζε το βαγόνι. Περισσότεροι ανέβαιναν παρά κατέβαιναν. Και στο Φάληρο, όλοι άρχισαν να κατεβαίνουν. Ημεδαποί κα αλλοδαποί. Οι πιο πολλοί τράβηξαν για το ΣΕΦ. Είχαν βλέπετε αγώνα μεταξύ τους οι αιώνιοι αντίπαλοι.
Εγώ πήγα στο τέρμα του τράμ. Και στο βαγόνι μέσα έμειναν μόνο ο Γιώργος με την μάννα του. Την βασανισμένη. Που δυο φορές την είχα πετύχει να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Κρυφά από τον γυιό της.
Το τράμ για την Γλυφάδα σχεδόν άδειο. Τρείς τέσσερεις ήμασταν όλοι κι όλοι.
Γύρω γύρω από το ΣΕΦ υπήρχε πολύς κόσμος. Και οι χώροι στάθμευσης και οι δρόμοι πηγμένοι από αυτοκίνητα. Αναρωτιέμαι γιατί το είπαν Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Εκεί μεσα γίνεται πόλεμος κάθε φορά που γίνεται αγώνας. Ειδικά μεταξύ των «αιωνίων».
Μερικές στάσεις πιο κάτω ο κόσμος είχε γίνει περισσότερος. Και μπήκε και μια κυρία κρατώντας από το χέρι δυο παιδάκια. Πέντε έξη χρονών το πολύ. Όμορφα και καλοντυμένα παιδάκια. Σαν μοντελάκια. Η κυρία, μάλλον φαινόταν για γιαγιά. Και σίγουρα δεν φαινόταν Ελληνίδα.
Κάθισαν δίπλα μου και τα παιδάκια, όντως χαριτωμένα δεν άργησαν να μου πιάσουν κουβέντα.
-Πως σε λένε;
-Κώστα. Εσένα;
-Εμένα με λένε Νικόλα. Έχεις παιδάκια;
-Εχω δύο κορίτσια. Είναι μεγάλα.
-Πόσο μεγάλα;
-Σαν την μαμά σου.
-Εμένα η μαμά μου είναι μεγάλη και όμορφη. Είναι από την Ουκρανία. Την λένε Λουντμίλα. Πως λένε τα κορίτσια σου; Πάνε σχολείο; Εγώ πάω στα Αγγλικά. Κάθε βράδυ. Ξέρω “good morning”, “good evening”,  ξέρω και να μετράω “one, two, three…” . Ξέρεις δεν μ’ έχουνε ακόμη βαφτίσει.
-Και πως έχεις όνομα αφού δεν σ’ έχουν ακόμη βαφτίσει; Το όνομα στο δίνουν όταν σε βαφτίζουν.
-Θα με βαφτίσουν την άνοιξη. Αλλά έπρεπε να έχω όνομα για να πάω σχολείο. Αλλιώς δεν θα μ’ επαιρναν. Τώρα πρέπει να κατεβούμε. Μένουμε στον Άλιμο. Εσύ που μένεις;
-Νικόλα έλα. Θα κατεβούμε κι εσένα θα σε αφήσω μέσα στο τράμ. Πες καληνύχτα στον κύριο.
-Good night.
-Καληνύχτα Νικόλα.
Φτάνουμε στην Γλυφάδα. Φώτα, μαγαζιά ανοιχτά. Λιγοστός κόσμος στους δρόμους κι ακόμη λιγότερος στα μαγαζιά. Μονάχα οι καφετέριες και τα σουβλατζίδικα που συναντάς κάθε δέκα μέτρα έχουν κίνηση.
Κι εγώ σκέφτομαι τον Γιώργο που μοιραζόταν το ψωμί με τη μάννα του στο τρένο.


Κωστής. Φλεβάρης 2013.


Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Ο Ερωτόκριτος 2013


Ερωτόκριτος 2013

Τάμαθες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
Πως παίρνω για να βρω δουλειά της ξενητιάς τη στράτα

Τέσσερεις χρόνους άνεργος άλλο πια δεν αντέχω
Μέλλον και προκοπή εδώ τώρα πια να μην έχω

Όσα θωρρώ να γίνουνται σ’ αυτήν εδώ τη χώρα
Με κάνουνε και βλαστημώ της γέννας μου την ώρα

Ο κύρης μου τόχε καυμό εμένα να σπουδάσει
Να μ’ έχει για βοήθεια όταν πια θα γεράσει

Και γίνηκα μηχανικός με μέλλον  και μ’ ελπίδες
Στην χώρα που λυμαίνονται κάθε λογής ατσίδες

Εδώ καλά περνούν αυτοί που κλέβουν και αρπάζουν
Και τα κορόιδα οι τίμιοι ας πάνε να βελάζουν

Εκείνοι που μας κυβερνούν για πάρτη τους φροντίζουν
Και τους δικούς τους φτιάχνουνε για να τους μακαρίζουν

Και δίνουν το παράδειγμα όποιος μπορεί ν’ αρπάξει
Ότι καθένας τους μπορεί χωρίς να τονε νοιάξει

Γιατί γνωρίζουνε καλά πως καθαροί θα βγούνε
Λογαριασμό δεν δίνουνε όσα και να χρωστούνε

Και βλέπεις να μοιράζουνε να κάνουνε και δώρα
Τα πλιάτσικα π’ αρπάξανε από την έρμη χώρα

Μας μάθανε όλοι αυτοί ωραία να περνούμε
Με δανεικά που έπαιρναν και μεις τώρα χρωστούμε

Έτσι καθένας έμαθε όπου μπορεί να κλέβει
Και δανεικά κι αγύριστα συνέχει γυρεύει.

Κι ο Γιάννης απ’ την Κάλυμνο που έχει δυο καίκια
Έπαιρνε επιδότηση γι’ αρνιά και για κατσίκια

Κι ο Θύμιος απ την  Λάρισσα πούχει δυο στρεμματάκια
Εδήλωνε πως έβγαζε τσ’ Αιγύπτου τα μπαμπάκια.

Τον Γιώργη τον αγράμματο εκάνανε νομάρχη
Και τον Νικόλα βάλανε στην Πίνδο λιμενάρχη

Όλοι μαζί μας λέγανε τάχουμε φαγωμένα
Μα μόνο εμείς πληρώνουμε των άλλων τα σπασμένα

Προχθές είδες τι έγινε όξω απ’ το υπουργείο
Που περιμέναν νηστικοί στ’ αγιάζι και το κρύο

Κι απλώνανε τα χέρια τους με χίλια παρακάλια
Να πάρουν για τα τέκνα τους δυο τρία πορτοκάλια

Ντροπής εικόνες λέγανε οι άλλοι στα κανάλια
Ξένοι να βλέπουν συνεχώς τα μαύρα μας τα χάλια

Δεν σκάνε που υπάρχουνε όλοι οι πεινασμένοι
Μόνο να μην το βλέπουνε της γής οι χορτασμένοι

Γι αυτό κι εγώ Αρετούσα μου παίρνω των αματιών μου
Χωρίς να ξέρω τι θα βρώ εκει που πάω μπρός μου

Θέλω μ' αξιοπρέπεια απ' εδώ και μπρός να ζήσω
Δεν θέλω για την πάρτη μου πλούτη να αποκτήσω

Συχώρα με που τα όνειρα που έκανα μαζί σου
Όνειρα θ’ απομείνουνε σε όλη τη ζωή σου.


Κωστής. Φλεβάρης 2013 

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Καλή Χρονιά.....

....λέμε κάθε χρόνο από συνήθεια. Ευχόμαστε η χρονιά η καινούρια νάναι καλύτερη από αυτήν που φεύγει.
Όμως, οι ευχές μένουν μόνο ευχές..... Τα χρόνια περνούν και χάνονται... πάνε χαμένα.... μας τα κλέβουνε......
Για τα χαμένα λόγια και τα χρόνια μας τραγουδά με τον μοναδικό του τρόπο ο αξέχαστος Νίκος Ξυλούρης. Ας τον θυμηθούμε.

Εύχομαι να έχουμε όλοι μας μια πραγματικά καλή χρονιά.
Κωστής