Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Η Βεντέτα.


Η βεντέτα.
Η ιστορία ήταν παλιά. Κρατούσε χρόνια. Πάνω από τριάντα. Το πως ακριβώς ξεκίνησε δεν μαθεύτηκε ποτέ. Ούτε ποιος έκανε την αρχή πρώτος.
Γεγονός πάντως είναι πως όσο κρατούσε η ιστορία αυτή, όσο τραβούσε σε μάκρος, όλο και αγρίευε. Και κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, όλοι περίμεναν να δουν τι χειρότερο θ' ακολουθήσει.
Στην αρχή οι δυο οικογένειες δεν είχαν τίποτα να μοιράσουν..Ζούσαν ήσυχα στο ίδιο χωριό σαν και τους υπόλοιπους συγχωριανούς τους, στην ίδια εκκλησία πήγαιναν κάθε Κυριακή, το ίδιο σχολειό παρακολουθούσαν τα παιδιά τους που μεγάλωναν παρέα, στα ίδια πανηγύρια τους γάμους και τις χαρές γλεντούσαν και χόρευαν, και μαζί θρηνούσαν στον χαμό κάποιου κοινού φίλου.
Ξαφνικά, φαίνεται σαν να τους καβαλίκεψε όλους ο διάολος. Μικρούς και μεγάλους. Ένα μίσος μπήκε ανάμεσά στις δυο οικογένειες, που μεγάλωνε και θέριευε μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τους χώριζε και τους δηλητηρίαζε όλους.
Και η μια μεριά και η άλλη, έψαχνε να βρει αφορμή για να προκαλέσει και να κάμει ζημιά, ότι μπορούσε στους αντιπάλους. Πολλές φορές μάλιστα, δεν χρειαζόταν καν η αφορμή. Αρκούσε να συναντηθούν δυο μέλη των αντιπάλων οικογενειών στον δρόμο. Και αντί για καλημέρα, άρχιζαν αν ρίχνουν πλάγιες ματιές ο ένας στον άλλον, μια κουβέντα ο ένας, δυο ο άλλος και πάντα κατέληγαν να πιαστούν στα χέρια. Ή ν' αρπαχτούν από τα μαλλιά οι γυναίκες.
Λένε πως, όλα άρχισαν όταν, μια μέρα όπως περπατούσε στο δρόμο ο Κατσαρονικολής, δέχτηκε την επίθεση του σκύλου του Χαριτομανούσου. Ο σκύλος λένε, τον άρπαξε από το πίσω μέρος της βράκας του και του την έσκισε. Κι ο Νικολής εγύρισε και χτύπησε με την κατσούνα του τον σκύλο και τον εκούτσανε. Ο σκύλος δεν έγινε ποτέ του καλά. Εκούτσαινε μέχρι που ψόφησε αρκετά χρόνια αργότερα.
Την επομένη του τραυματισμού του σκύλου, ο Αντώνης, ο μικρότερος γυιος του Χαριτομανούσου, που αγαπούσε πολύ τον σκύλο τους, κρύφτηκε σε κάτι χαλάσματα κοντά στο σπίτι του Κατσαρονικολή και περίμενε την γυναίκα του την Ζαμπιά, που γύρναγε από την βρύση με την λαγήνα γεμάτη νερό στον ώμο της. Έβγαλε ο Αντώνης το λάστιχο από την κωλότσεπη, και με μια πέτρα εσημάδεψε την στάμνα. Το νερό που με κόπο είχε κουβαλήσει όλη την ανηφόρα από την βρύση η Ζαμπιά, την έλουσε ολόκληρη, και κομμάτια από την στάμνα την τραυμάτισαν στα πόδια. Το χειρότερο είναι πως η Ζαμπιά που ήταν ιδρωμένη και λαχανιασμένη από το φορτίο και την ανηφόρα, κρύωσε και την έπιασε πυρετός την άλλη μέρα. Χρειάστηκε να καλέσουν τον αγροτικό γιατρό από το διπλανό χωριό να την κάμει καλά, αφού έμεινε μια βδομάδα στο κρεββάτι. Και δεν μπορούσε να πάει και στις ελιές.
Από τότες κι ύστερα τα πράγματα άρχισαν χοντραίνουν και να μην ελέγχονται. Οι επιθέσεις των μελών της μιας οικογένειας εναντίον των μελών της άλλης άρχισαν να κλιμακώνονται και να ενισχύονται σε πάθος, ένταση και σφοδρότητα.
Στο σκολειό που πήγαιναν τα μικρότερα παιδιά, πάντα υπήρχε ένταση. Κάθε οικογένεια είχε την δική της ομάδα. Πάντα διάλεγαν νάναι αντίπαλοι. Για να μπορούν, την ώρα του παιγνιδιού που γινόταν στα διαλείμματα, να ρίχνουν και καμιά μουλωχτή κλωτσιά στον αντίπαλο. Πάντα στα κρυφά βέβαια. Γιατί μια φορά που τόλμησαν ν' αρπαχτούν στα φανερά και στα σοβαρά και τους πήρε χαμπάρι ο δάσκαλος, έσπασε δυο βίτσες στις ράχες τους.
Όταν βέβαια αντάμωναν μακρυά από την επικράτεια του δασκάλου, δεν έχαναν την ευκαιρία να πιαστούν στα χέρια ή ν' αρχίσουν τον πετροπόλεμο μεταξύ τους. Πολλές φορές είχαν γυρίσει στα σπίτια τους με τα κεφάλια σπασμένα και ματωμένα.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι μικρότεροι που φρόντιζαν για την διαιώνιση της βεντέτας. Οι μεγαλύτεροι και από την μια μεριά και από την άλλη έδειχναν τον ίδιο αν όχι μεγαλύτερο ζήλο. Οι προστριβές και οι τσακωμοί ήταν φαινόμενα καθημερινά, ιδιαίτερα σε μέρη που είχαν χωράφια που συνόρευαν. Ο ένας για παράδειγμα καθάριζε το χωράφι του και μάζευε τα κλαδιά που είχε για κάψιμο κοντά στα σύνορα με το χωράφι του άλλου. Κι όταν τους έβαζε φωτιά, έκαιγε και δυο κλαδιά από την ελιά του αντιπάλου.
Ο άλλος πάλι έβλεπε κάποια στιγμή τα πρόβατα των άλλων να βόσκουν αφύλαχτα στο χωράφι τους, τράβαγε και χάλαγε τους φράχτες και τα πρόβατα έβρισκαν την ευκαιρία να την κοπανήσουν και να προκαλέσουν ζημιά στο κτήμα ή το περιβόλι κάποιου τρίτου.
Οι μεγαλύτεροι και από τις δυο οικογένειες είχαν αρχίσει να γερνούν, οι μικρότεροι μεγάλωσαν κι έκαναν οικογένειες δικές τους, αλλά μυαλό κανείς τους δεν έβαζε. Το μίσος που ένιωθαν οι μεν για τους δε, δεν έλεγε να σβήσει. Αντίθετα, φρόντιζαν και οι δυο πλευρές να το συντηρούν και να το υποδαυλίζουν.
Κάποιοι χωριανοί, που είχαν λίγο μυαλό περισσότερο, φοβήθηκαν, όταν τα πράγματα άρχισαν να χοντραίνουν πολύ, πως η κατάσταση κινδύνευε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Πως μπορεί να έχομε και χειρότερα. Και σκέφτηκαν πως θάταν καλό να τους μονοιάσουν.
Δυο γεροντότεροι που ήταν κοινοί φίλοι και με τις δυο οικογένειες, το κουβέντιασαν, στην αρχή μεταξύ τους, και στην συνέχεια με τους γεροντότερους των δυο αντιπάλων οικογενειών.
Κάποια στιγμή κατάφεραν να τους πείσουν και να τους φέρουν σ' επαφή. Συμφώνησαν να δώσουν όλοι τα χέρια και να μονοιάσουνε. Καιρός ήταν πια. Σαν επισφράγιση της συμφωνίας και για νάρθουν ακόμη πιο κοντά οι δυο οικογένειες, αποφάσισαν να γίνουν συντέκνοι. Ο μεγαλύτερος εγγονός του Κατσαρονικολή, θα βάφτιζε το μικρότερο εγγονάκι του Χαριτομανούσου.
Ορίστηκε η μέρα της βάφτισης, μαζεύτηκαν και οι δυο οικογένειες στην εκκλησία μαζί με συγγενείς και φίλους, άρχισαν ν' ανταλλάσσουν μεταξύ τους, γυναίκες και άντρες, αγκαλιές, φιλιά και όρκους πως θα ξεχάσουν τα παλιά και θα ζουν αγαπημένοι και μονοιασμένοι από δω και πέρα και έγινε το μυστήριο.
Ο παππάς, που έλαμπε από χαρά για την συμφιλίωση, δεν ευλόγησε μόνο τον νεοφώτιστο και τον ανάδοχο μα και κάθε μέλος και των δύο οικογενειών.
Επακολούθησε ένα γλέντι που παρόμοιο δεν είχε ξαναγίνει στο χωριό. Κόντεψε να θυσιαστεί ολόκληρο το κοπάδι με τα αρνιά του Χαριτομανούσου στον βωμό της συμφιλίωσης. Το βαρέλι το παλιό κρασί που φύλαγε ο Χαριτομανούσος για την βάφτιση του εγγονού δεν έφτασε.
Τα ξημερώματα της επομένης της βάφτισης, όσοι στεκόντουσαν ακόμη στα πόδια τους και δεν είχαν πέσει αναίσθητοι από το πολύ κρασί, άρχισαν να παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής, τρεκλίζοντας καθένας για το σπίτι του.
Ο Γιώργης, ένας από τους εγγονούς του Κατσαρονικολή, 15 χρονών, δεν είχε πιει πολύ. Δεν τον άφησαν γιατί έπρεπε πρωί πρωί να πάει να βοηθήσει στο άρμεγμα του κοπαδιού του πατέρα του, και μετά να κουβαλήσει το γάλα με τα μουλάρια, από το μαντρί στο τυροκομείο. Εδώ που τα λέμε και ο ίδιος δεν είχε καθόλου την όρεξη και δεν συμμεριζόταν την χαρά των άλλων. Κάτι δεν του πήγαινε καλά μ' αυτήν την ξαφνική συμφιλίωση. Αυτός από τότε που γεννήθηκε είχε μεγαλώσει με την έχθρα ανάμεσα στις δυο οικογένειες και πάντα του ευχαριστιόταν με τις αντεγκλήσεις και τις προκλήσεις μεταξύ τους. Και τώρα ερχόντουσαν τα πάνω κάτω. Πήγαιναν να του τα χαλάσουν όλα.
Ανηφόριζε καβάλα στο μουλάρι για το βουνό, όταν είδε δίπλα στον δρόμο τον γάιδαρο του Χαριτομανούσου να βόσκει δεμένος στο χωράφι του.
Κατεβαίνει λοιπόν από το μουλάρι, μπαίνει στο χωράφι, πιάνει τον γάιδαρο και με το μαχαίρι του του κόβει και τα δυο αυτιά. Από τη ρίζα.



Κωστής. Ιούνης 2011

1 σχόλιο:

Ευχαριστώ για την επίσκεψη και τα σχόλια. Δεν θέλω να σδας αγριέψω πολύ για να μου ξανάρθετε.
Κωστής