Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Ο μπάρμπα-Σπύρος


Αν με ρωτήσετε να σας πω αν ο μπάρμπα-Σπύρος υπήρξε ευτυχισμένος στην ζωή του, δεν θα μπορέσω να σας απαντήσω με σιγουριά. Το βέβαιο όμως είναι πως ο μπάρμπα-Σπύρος την ζωή την έφαγε με το κουτάλι. Πέρασε πολλά.
Την μισή του ζωή την πέρασε σε πολέμους. Ξεκίνησε από 15 χρονών τότε που υπήρχαν ακόμη στην Κρήτη οι Τούρκοι, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες μέχρι να εγκατασταθεί στο νησί ένα καθεστώς ημιαυτονομίας, πήρε μέρος στα αντάρτικα σώματα που πήγαν να πολεμήσουν στην Μακεδονία, μετά πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, στην Μικρασία, μέχρι και στον Σαγγάριο έφτασε.
Όταν τελείωσαν οι πόλεμοι, μετά την Μικρασιατική καταστροφή του '22, ο μπάρμπα-Σπύρος, δεν είχε τι να κάνει. Επέστρεψε στο χωριό και δεν τον χώραγε ο τόπος. Αυτός το μόνο που είχε μάθει από μικρός ήταν να κουβαλά όπλα και να πολεμά.
Εκείνη την εποχή όμως που έφευγαν, καραβιές ολόκληρες οι μετανάστες να πάνε να βοηθήσουνε να γιγαντωθεί η Αμερική, κάποιος άλλος χωριανός του πρότεινε να πάνε κι αυτοί μήπως βρούνε καλύτερη τύχη. Και έτσι ξενητεύτηκε ο μπάρμπα-Σπύρος. Πέρασε από το νησί Έλλις κι αυτός, και κάποια στιγμή βρέθηκε να σκάβει το κάρβουνο στις γαλαρίες της Πενσυλβάνια. Η σκόνη από το κάρβουνο όμως τον ενοχλούσε. Είχε μάθει όλη του τη ζωή να ζει έξω. Στο ύπαιθρο. Και παράτησε τις γαλαρίες και άρχισε να σκάβει τα βουνά και να στρώνει σιδηροδρομικές γραμμές κάπου στις βορειοδυτικές πολιτείες. Δεν τον ένοιαζε που όλοι οι υπόλοιποι εργάτες που δούλευαν μαζί του, πλάι του, ήταν όλοι κινέζοι και δεν είχε με ποιόν να πει μια κουβέντα.
Δούλεψε σκληρά. Πάντα υπήρχε δουλειά στην Αμερική. Ξεκίνησε και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, άνοιξαν τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας και τα εργατικά χέρια ήταν περιζήτητα.
Τελείωσε ο πόλεμος και ο Σπύρος συνέχιζε να δουλεύει όπου μπορούσε να βρει δουλειά. Εργατικός ήταν, άντεχε τις βαρειές δουλειές και δεν τον χτύπησε αυτόν η ανεργία. Μάζευε όσα δολάρια του περίσσευαν, έστελνε πότε πότε και μερικά πίσω στην Κρήτη που έπιαναν τόπο γιατί βοήθησε και τους γονείς του όσο ζούσαν, παντρευτήκανε και οι αδερφές του, κάνανε οικογένειες και είχαν ανάγκες. Πολλά λεφτά δεν κατάφερε να μαζέψει. Άλλοι μπορεί να πρόκοψαν και νάκαναν περιουσίες στην Αμερική αλλά αυτός δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Ένα μικρό κομπόδεμα και μια μικρή σύνταξη που του έφτανε δεν του έφτανε για να ζήσει. Οικογένεια δεν έκανε ο ίδιος. Μοναχός του είχε φύγει για την Αμερική και μοναχός του γύρισε ύστερα από χρόνια πίσω, όταν ήταν πάνω από ογδόντα χρονών. Σκέφτηκε πως τα δολάριά του θάπιαναν περισσότερο τόπο πίσω στην πατρίδα. Θα μπορούσε να ζει πιο άνετα.
Ο Σπύρος είχε φύγει για την Αμερική έχοντας στον νου του μια εικόνα του χωριού και των ανθρώπων που άφησε πίσω του, όπως ήταν την εποχή που έφυγε. Όσο και να τον ενημέρωναν τα αραιά γράμματα που λάβαινε για τις αλλαγές στο χωριό και την οικογένεια που είχε αφήσει, η εικόνα αυτή δεν άλλαζε. Και τώρα που γύρισε στο χωριό τα πράγματα δεν ήταν όπως τα είχε αφήσει. Γνωστοί, φίλοι, συγγενείς και συνομήλικοι είχαν φύγει για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, από την οικογένειά του ζούσαν ακόμη δυο γεροντοκόρες εγγονές της αδερφής του, ηλικίας κάπου ανάμεσα στα πενήντα και τα εξήντα, οι υπόλοιποι συγγενείς είτε είχαν αποδημήσει, είτε είχαν φροντίσει ν' αναζητήσουν αλλού καλύτερη τύχη και ζωή.
Το σπίτι του το πατρικό, ερείπιο πια, μόλις που έστεκε. Με τα λίγα χρήματα που είχε φέρει, έκανε μερικές απαραίτητες επισκευές για να μπορεί να μείνει κάπως ανθρώπινα. Η σύνταξη που ερχόταν ταχτικά από την Αμερική του επέτρεπε να ζει άνετα στο χωριό, οι ανάγκες του οι προσωπικές ήταν έτσι κι αλλιώς λιγοστές, και είχε την άνεση να κερνά κανένα τσίπουρο τους συγχωριανούς του στο καφενείο. Βοηθούσε και τις ανιψιές του κάπως, πληρώνοντας καμιά φορά τα βερεσέδια τους στον μπακάλη. Αυτές πάντως τον αγαπούσαν πολύ. Όσο και να μην τους έφερε τα περίσσια δώρα από την Αμερική, τον πρόσεχαν, του μαγείρευαν τον έπλεναν και τον καθάριζαν σαν νάταν πατέρας τους. Πάντα έβγαινε στο καφενείο με το σακάκι του το αμερικάνικο καθαρό και το πουκάμισο πάντα σιδερωμένο.
Περάσανε μερικά χρόνια ακόμη, οι άνθρωποι όλο και αραίωναν και ο Σπύρος κόντευε πια 90 χρονών. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν καλά και όλο και περισσότερο είχε ανάγκη το μπαστουνάκι του για να μπορεί να σέρνεται σιγά σιγά ως το καφενείο.
Όμως η μεγαλύτερη από τις δυο ανιψιές του, αρρώστησε από πνευμονία ξαφνικά τον περασμένο χειμώνα και δεν μπόρεσε να την ξεπεράσει. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες πάει, χάθηκε κι αυτή.
Ο μπάρμπα-Σπύρος ήταν απαρηγόρητος. Δεν μπορούσε ν' ανεβεί την ανηφορίτσα από την εκκλησία που την έψαλλαν ως το νεκροταφείο. Ακουμπισμένος στον τοίχο της εκκλησίας περίμενε κλαίγοντας αυτούς που την είχαν συνοδεύσει στον τάφο της να γυρίσουν. Ούτε στο δρόμο της επιστροφής για το σπιτάκι του είχε ηρεμήσει.
-Μην κάνεις έτσι μπάρμπα-Σπύρο, τούλεγαν για να τον παρηγορήσουν. Έχεις την ανιψιά σου την Ελένη να σου παρασταθεί.
-Κι άμα ποθάνει κι αυτή μωρέ εγώ ίντα θ΄ απογίνω, απάντησε.


Κωστής.
Ιούνης 2011

1 σχόλιο:

Ευχαριστώ για την επίσκεψη και τα σχόλια. Δεν θέλω να σδας αγριέψω πολύ για να μου ξανάρθετε.
Κωστής