Πέστε μου την γνώμη σας.

Φίλοι επισκέπτες. Εκτιμώ ιδιαίτερα την γνώμη σας και την κριτική σας. Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονη να διαβάσετε τις ιστορίες μου. Αφήστε μου κι ένα σχόλιο με την γνώμη σας.
Κωστής

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Το ραντεβού.

Το ραντεβού.


Οι χειμώνες ήταν εκείνα τα χρόνια ιδιαίτερα δύσκολοι στην βόρεια Ελλάδα. Ακόμη είναι βέβαια αλλά πιο παλιά, τα ορεινά χωριά, όταν τα πλάκωνε το πέπλο του χιονιού, μπορούσε να τα σκεπάζει επί μήνες. Όσα χωριά δεν άδειαζαν τελείως, για να μεταφερθούν άνθρωποι και ζωντανά χαμηλότερα, φαινόταν κι εκείνα σαν έρημα. Οι άνθρωποι δεν ξεμύτιζαν παρά μόνο για λίγο, για να κάνουν λίγα απαραίτητα ψώνια οι γυναίκες ή για κανένα τσιπουράκι στο καφενείο οι άντρες.
Οι ντόπιοι είχαν μάθει να ζουν μ' αυτό το πρόβλημα. Αν τύχαινε όμως να βρεθεί εκεί κανείς ξένος κι άμαθος στον άσχημο καιρό, σαν τον έφεδρο ανθυπολοχαγό που τον είχαν στείλει να υπηρετήσει την θητεία του σ' αυτό το ορεινό χωριό του νομού Φλωρίνης, το πρόβλημα με το χιόνι μπορεί νάναι πιο σοβαρό. Ιδιαίτερα αν κατάγεται από την Κρήτη και είναι η πρώτη φορά που βλέπει χιόνι στην ζωή του.
Στην αρχή έπρεπε να μάθει να περπατά όρθιος πάνω στο χιόνι. Και τα μονόσολα υποδήματα της υπηρεσίας, που γλίστραγαν συνέχεια, δεν τον βοηθούσαν καθόλου σ' αυτό. Τ' αντικατέστησε με κάτι μπότες σαν κι αυτές που φόραγαν οι ντόπιοι αλλά και πάλι είχε πρόβλημα. Ιδιαίτερα στις κατηφοριές. Όταν άρχιζε να γλιστρά, δεν σταμάταγε παρά μόνο αν έβρισκε τοίχο. Γι αυτό και τις απέφευγε τις κατηφοριές και πήγαινε μόνο τοίχο τοίχο, μέχρι που έμαθε κάπως να περπατά πάνω στο χιόνι και να μην πέφτει κάθε τρία βήματα.
Ο Γιώργης ήταν όπως είπαμε από την Κρήτη. Τέλειωσε το γυμνάσιο, μπήκε στην Ακαδημία και βγήκε δάσκαλος. Και ήρθε η ώρα που τον κάλεσε η πατρίδα να την υπηρετήσει.
Μπήκε στην σχολή των εφέδρων αξιωματικών και μετά τον έστειλαν να υπηρετήσει στο ορεινό αυτό χωριό της Φλώρινας, σαν διμοιρίτη των Ταγμάτων της Εθνοφυλακής. Η θέση αυτή δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είχε ελάχιστη γραφική δουλειά και έπρεπε να φροντίζει οι άνδρες του να είναι εξοικειωμένοι με τον οπλισμό τους και να τους πηγαίνει αραιά και που για σκοποβολή και ακόμη πιο αραιά ν' αναφέρεται στον διοικητή του τάγματος. Που κι εκείνος δεν ξεμύτιζε από το γραφείο του ολόκληρο τον χειμώνα. Που να γυρνάει όταν έξω είχε τέτοιο χιόνι.
Δεν είχε και πολλά πράγματα δηλαδή να κάνει ο Γιώργης. Το πιο δύσκολο απ' όλα ήταν να βρει τρόπο να περνά τον ατέλειωτο χρόνο που του έμενε ελεύθερος. Τα λίγα βιβλία που είχε κουβαλήσει μαζί του τάχει διαβάσει δυο και τρεις φορές.
Είχε ένα σοβαρό πρόβλημα ο Γιώργης εκείνο τον χειμώνα. Κι αυτό του δημιουργούσε μυριάδες άλλα. Ήταν ερωτευμένος.
Δεν είχε φτάσει ακόμη καλά καλά στο χωριό και όλες οι κοπελιές τόχαν μάθει. Ήρθε λέει στο χωριό ο καινούριος ανθυπολοχαγός. Και είναι κούκλος. Και την επομένη το πρωί, πριν ακόμη φτάσει στο γραφείο του και να πιει για πρώτη φορά τον καφέ του εκεί, άρχισαν οι κοπελιές να κάνουν παρέλαση απ' έξω. Το γραφείο του ήταν πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού και είχε και τζαμαρία στην πρόσοψη. Και τα διαθέσιμα και ενδιαφερόμενα θηλυκά όλο και κάποια αφορμή έβρισκαν για να περάσουν, να σταματήσουν για κουβεντούλα έξω από το γραφείο και να ρίξουν και μερικές κλεφτές ματιές μέσα. Δεν φαινόντουσαν να τις πειράζει το κρύο και το χιόνι. Η φωτιά τους το έλιωνε έξω από το γραφείο.
Όλες πέρασαν και συνέχιζαν να περνούν ξανά και ξανά. Μόνο η Αννούλα δεν πέρασε να τον περιεργαστεί. Γιατί η Αννούλα μπορούσε να τον παρατηρεί άνετα, χωρίς να κρυώνει και χωρίς να δίνει στόχο, από το παραθύρι της που ήταν ακριβώς απέναντι από το γραφείο του Γιώργη.
Είχε συμπληρώσει δυο μήνες στο χωριό ο Γιώργης και ζήτημα αν είχε ανταλλάξει δυο καλημέρες με την Αννούλα σ' αυτό το διάστημα. Ήταν φιλικός κι εγκάρδιος με όλον τον κόσμο, όλοι τον καλημέριζαν και τον χαιρετούσαν, αρκετοί τον κερνούσαν και κανένα τσίπουρο στο καφενείο και τους κερνούσε συχνά κι αυτός, αλλά και αρκετοί ήταν εκείνοι που ήταν επιφυλακτικοί μαζί του και τον κρατούσαν σε απόσταση. Δεν ήθελαν νάχουν και πολλά πολλά μαζί του.
Ήταν βλέπετε η εποχή της χούντας και ο περισσότερος κόσμος όταν σ' έβλεπε να φοράς στολή, κουμπωνόταν.
Όσο οι γονείς της Άννας ήταν πρόσχαροι και ευγενικοί μαζί του, τόσο εκείνη ήταν απόμακρη και τυπική. Δεν φαινόταν να καταδέχεται αν του ρίξει μια ματιά παραπάνω η να του πει μια λέξη πέρα από έναν τυπικό χαιρετισμό.
Και ήταν πολύ όμορφη η Αννούλα. Ψηλή, με μαύρα κυματιστά μαλλιά και σώμα ελαφίνας. Τα σκουροπράσινα μάτια της σε φώτιζαν σαν νάτανε φάροι στο σκοτάδι και το γέλιο της ακουγόταν σαν κελάηδισμα αηδονιού στ' αυτιά του Γιώργη.
Ο Γιώργης δεν είχε σκοπό να κατακτήσει την Αννούλα. Δεν είχε πάει για να κάνει δεσμούς κοντά στα σύνορα. Να υπηρετήσει την θητεία του ήθελε. Περίμενε πως και πως να περάσουν οι τριάντα μήνες και να πάρει το απολυτήριό του για να γυρίσει ξανά πίσω στην Κρήτη. Τον ενοχλούσε μόνο λίγο η ψυχρότητά της και ο τρόπος που τον αγνοούσε επιδεικτικά.
Στο κάτω κάτω γειτόνοι ήταν. Ένας δρόμος τους χώριζε.
Ένα απόγευμα, στις αρχές του καλοκαιριού, κάπου τρείς μήνες από τότε που πήγε στο χωριό, ο Γιώργης επέστρεφε από την έδρα του Τάγματος. Και η μοναδική θέση που βρήκε άδεια στο λεωφορείο, ήταν αυτή δίπλα στην Άννα, που κι αυτή επέστρεφε στο χωριό μετά από κάποια ψώνια στην πόλη. Έπιασαν την κουβέντα και είπαν πολλά στην διάρκεια της μιας ώρας που κράταγε η διαδρομή. Και οι δυο ξεκίνησαν την κουβέντα τυπικά, επιφυλακτικά και αναγνωριστικά στην αρχή αλλά μετά ξεθάρρεψαν και ξανοίχτηκε ο ένας στον άλλο. Και άρχισαν να λέει ο ένας στον άλλο για τα όνειρά του και τις φιλοδοξίες του. Όπως κάνουν οι νέοι άνθρωποι.
Έτσι έμαθε η Άννα πως ο Γιώργης ήταν δάσκαλος και περίμενε να τελειώσει την θητεία του και να διοριστεί στην Κρήτη. Και έμαθε και ο Γιώργης πως η Άννα δεν έβλεπε την ώρα που θα μπορούσε να διοριστεί σε κάποια θέση και να ξεφύγει από το χωριό. Να βρει κάποια δουλειά για να μπορέσει να ξεφύγει. Έπρεπε όμως να βελτιώσει τ' Αγγλικά της και να κάνει εξάσκηση στην γραφομηχανή, πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει στο χωριό. Επειδή η ίδια δεν είχε γραφομηχανή και στο χωριό δάσκαλος των Αγγλικών δεν υπήρχε. Θα μπορούσε βέβαια να πάει να μείνει στο σπίτι της αδερφής της που ήταν παντρεμένη στην Θεσσαλονίκη, αλλά από τότε που είχε προσπαθήσει να την χουφτώσει ο γαμπρός της μια φορά που είχαν βρεθεί μοναχοί, δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται.
Ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός όταν δυο νέοι βρίσκονται μαζί. Η μια ώρα της διαδρομής πέρασε πολύ γρήγορα και έφτασαν στο χωριό. Και υποσχέθηκε ο ένας στον άλλο να βρουν ευκαιρία να συνεχίσουν την κουβέντα που άφησαν στην μέση.
Την άλλη μέρα το πρωί, η Άννα έφερε καφέ στο γραφείο του Γιώργου και τον έπιναν μαζί μέχρι το μεσημέρι. Αυτός προσφέρθηκε κάπως να την βοηθήσει λέγοντάς της πως μπορούσε να χρησιμοποιεί την γραφομηχανή του γραφείου του για εξάσκηση τα μεσημέρια που το γραφείο ήταν κλειστό. Και στ' Αγγλικά θα μπορούσε να την βοηθήσει αν ήθελε. Εκείνος ήξερε καλά εγγλέζικα. Είχε πάρει το lower πριν ακόμη τελειώσει το γυμνάσιο και το proficiency όσο σπούδαζε στην Ακαδημία. Και μπορούσε να διδάξει εγγλέζικα. Τουλάχιστον στο επίπεδο της Άννας. Είχε και μερικά βιβλία μαζί του. Εκείνη απάντησε ναι σε όλα και από την επομένη άρχισαν τα μαθήματα.
Όταν τα χέρια τους ακούμπησαν πρώτη φορά μεταξύ τους, ήταν σαν να διαπέρασε και τους δυο ηλεκτρικό ρεύμα. Και αμέσως τα τράβηξαν κοντά τους. Αλλά όχι για πολύ. Δειλά δειλά άρχισαν πάλι τα χέρια να σιμώνουν το ένα το άλλο και όταν ακούμπησαν ξανά δεν τραβήχτηκαν. Παρά άρχισαν να σφίγγονται μεταξύ τους σαν απελπισμένα. Πόσο κράτησε η πρώτη αυτή επαφή, κανένας του δεν μπορούσε να πει. Έσφιγγε ο ένας το χέρι του άλλου, οι καρδιές κόντευαν να πεταχτούν έξω από τα στήθια και των δύο αλλά στα μάτια δεν μπορούσαν ακόμη να κοιταχτούν. Έτρεμαν. Τι έτρεμαν και τι φοβόντουσαν δεν μπορούσαν να πουν. Δεν ήξεραν.
Προσπάθησαν να συγκεντρωθούν στο μάθημα αλλά δεν μπόρεσαν. Και το άφησαν για την επομένη. Μα το ίδιο έγινε και την άλλη μέρα. Και την παράλλη.
Κάποια στιγμή άρχισαν να μιλούν και να κάνουν σχέδια για το πως θα συναντηθούνε. Μακριά από τον κόσμο. Μόνο οι δυο τους. Για το πρώτο τους ραντεβού. Και τόδωσαν στην πόλη. Εκείνος υποτίθεται πως θα πήγαινε για δουλειές στο Τάγμα και εκείνη για ψώνια. Και το πρώτο τους φιλί το αντάλλαξαν εκεί στο παρκάκι της πόλης, μαζί με τους όρκους της αιώνιας αγάπης που ανταλλάσσουν οι ερωτευμένοι. Έπρεπε όμως κάποια στιγμή να γυρίσουν και οι δυο στο χωριό και θάπρεπε να βρεθεί τρόπος να συναντιούνται και εκεί, μακρυά από τ' αδιάκριτα βλέμματα.
Ο Γιώργης απέκτησε ένα ξαφνικό ενδιαφέρον για το κυνήγι. Του δάνεισε το όπλο του ένας από τους άνδρες την διμοιρίας του, και εξαφανιζόταν όλη τη μέρα. Η Άννα πάλι, όλο και κάποια αφορμή έβρισκε για να την κοπανάει από το σπίτι της και να επισκέπτεται τα κτήματα και τ' αμπέλι της οικογένειας έξω από το χωριό. Και έτσι έβρισκαν τρόπο να συναντιούνται κάθε μέρα. Την νύχτα η Άννα δεν χρειαζόταν ούτε αφορμή. Περίμενε ν' αρχίσουν να ροχαλίζουν οι γονείς της για να την κοπανήσει και να τρέξει να βρει τον Γιώργη.
Έτσι πέρασε εκείνο το καλοκαίρι με τους δυο τους να χαίρονται τον έρωτά τους όπου και όπως μπορούσαν. Ο υπόλοιπος κόσμος είχε σταματήσει να υπάρχει γι αυτούς και καθένας τους ζούσε κι ανάπνεε μόνο για τον άλλο. Για τις στιγμές που μπορούσαν να βρίσκονται μαζί.
Ήρθε όμως και ο χειμώνας που δεν έφερε μόνο τα χιόνια αλλά και μύρια άλλα προβλήματα στους δυο ερωτευμένους. Τώρα πια δεν ήταν δυνατόν να συναντιούνται και ν' αγαπιούνται έξω. Σε μισό μέτρο χιόνι και με θερμοκρασίες -10 και -15 βαθμών δεν ήταν δυνατόν.
Αλλά και η αγάπη τέχνες κατεργάζεται. Βρέθηκε τρόπος για να συναντιούνται και να μην παγώνουν. Κατά διαστήματα η Άννα φιλοξενούσε τα βράδια ξαδέρφες της στο δωμάτιό της και άλλες φορές πάλι την φιλοξενούσαν αυτές. Κι όταν έπαιρνε τους γονείς ο ύπνος, άνοιγε η πόρτα για τον Γιώργη για να γλιστρήσει μέσα στο σπίτι και να βρει την Άννα. Καμιά κουβέντα, ή κάποιος θόρυβος που μπορεί ν' ακούγονταν, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την παρουσία της ξαδέρφης στο σπίτι. Οι συναντήσεις μεταξύ τους αραίωσαν κάπως αλλά με τον τρόπο αυτό δεν σταμάτησαν τελείως.
Έτυχε τώρα μια βραδιά η Άννα να φιλοξενείται για την περίσταση. Κι ο Γιώργης είχε αρχίσει τις αναγνωριστικές βόλτες γύρω από το σπίτι της ξαδέρφης λίγο πριν τα μεσάνυχτα, μαζί μ' έναν φίλο του.
Τα κορίτσια, ψηλά στο παράθυρο, άρχισαν να ψιθυρίζουν και να λένε στον Γιώργη πως δεν γίνεται να του ανοίξουν απόψε την πόρτα και να τον βάλουν μέσα στο σπίτι, γιατί δίπλα στην πόρτα, κοντά στο τζάκι, κοιμόντουσαν οι γονείς της ξαδέρφης της Άννας. Θάπρεπε να βρεί τρόπο να σκαρφαλώσει από το παράθυρο.
Το παράθυρο όμως ήταν ψηλά. Ο Γιώργης, με την βοήθεια του φίλου, κάπου βρήκε μια σκάλα. Ένας στενός διάδρομος, από την μεριά που ήταν το παράθυρο, χώριζε το σπίτι της ξαδέρφης από το διπλανό χαμηλότερο σπίτι. Ακούμπησε ο Γιώργης με την βοήθεια πάλι του φίλου την σκάλα κάτω από το παράθυρο αλλά δεν έφτανε. Η σκάλα ήταν κοντή. Τότε την ακούμπησε στον τοίχο του διπλανού σπιτιού, σκαρφάλωσε στην στέγη του, στην συνέχεια τράβηξε την σκάλα πάνω και την ακούμπησε πάνω στην στέγη για να φτάσει στο παράθυρο και να μπει μέσα και να βρεθεί ξανά στην ζεστή αγκαλιά της Άννας.
Αφέθηκαν και οι δυο τους και ξεχάστηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Κι όταν πήραν χαμπάρι πως κόντευε πια να ξημερώσει άρχισαν να βιάζονται. Ντύθηκε ο Γιώργης, άνοιξε το παράθυρο και πήγε να βγει, αλλά σκάλα δεν υπήρχε απ' έξω. Την είχε μαζέψει ο φίλος του για να μην την πάρει κανείς χαμπάρι. Ο Γιώργης βέβαια δεν μπορούσε να περιμένει σκάλα. Κρεμάστηκε από ένα οριζόντιο κάγκελο του παραθύρου, όπως κρεμιέται κανείς από το μονόζυγο και αφέθηκε να πέσει στον στενό διάδρομο. Ευτυχώς ήταν στρωμένος μ' ένα αρκετά παχύ στρώμα χιονιού που μαλάκωσε την πτώση του. Οι ξαδέρφες από πάνω του πέταξαν την χλαίνη του, την φόρεσε αυτός και εξαφανίστηκε.
Ακολούθησαν μερικά ακόμη ραντεβού των δυο ερωτευμένων εκείνον το χειμώνα, αλλά φρόντιζαν να προετοιμάζονται καλύτερα για να μην την ξαναπατήσουν.
Λίγο πριν τελειώσει ο χειμώνας, η Άννα με την βοήθεια κάποιου συγγενούς της στρατιωτικού που ήταν στα πράγματα, κατάφερε να διοριστεί σε μια τράπεζα στην Αθήνα. Ο Γιώργης, λίγο αργότερα πήρε μετάθεση και τελείωσε την θητεία του στα σύνορα στον Έβρο. Οι δρόμοι τους χώρισαν κάπως. Συναντήθηκαν μια δυο φορές ακόμη όπως κατέβαινε ο Γιώργης με άδεια από τον Έβρο στην Κρήτη, και λίγο πριν πάρει το απολυτήριό του από τον στρατό, ο Γιώργης έλαβε ένα γράμμα από την Άννα που τούλεγε πως είχε αρραβωνιαστεί κάποιον συνάδελφό της στην Τράπεζα και πως ο γάμος τους θα γινόταν σύντομα.


Η ιστορία αυτή μέχρι εδώ είναι μια ιστορία συνηθισμένη. Μια ιστορία της ζωής όπως χιλιάδες άλλες. Θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Αλλά έχει μια αρκετά απρόσμενη και ενδιαφέρουσα συνέχεια.
Ο Γιώργης πήρε το απολυτήριό του από τον στρατό, διορίστηκε δάσκαλος στην Κρήτη σ' ένα χωριό και παράλληλα προσπαθούσε να πάρει το πτυχίο του από την Πάντειο, όπου είχε εν τω μεταξύ γραφτεί.
Ανέβηκε στην Αθήνα ύστερα από μερικά χρόνια για να δώσει εξετάσεις για το πτυχίο του, και ένα απόγευμα, όπως έπινε τον καφέ του σ' ένα καφενείο στην Ομόνοια, όπου συνηθίζουν από παλιά να συχνάζουν και να συναντιούνται Κρητικοί, κάποιος της ηλικίας του τον χαιρέτησε. Του φάνηκε γνωστός αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από που τον γνώριζε. Ο άλλος του θύμισε ποιος είναι. Ένας νεαρός από το χωριό της Άννας που δούλευε στην ταβέρνα δίπλα στο γραφείο του, τον καιρό που ο Γιώργης υπηρετούσε εκεί. Τον κάλεσε ο Γιώργης να πιουν μαζί καφέ και άρχισαν την κουβέντα μιλώντας για τα περασμένα.
Ο Νίκος, έτσι τον έλεγαν τον νεαρό, πήρε θάρρος και του λέει.
-”Θα σου πω κάτι που δεν τόχω πει, χρόνια τώρα σε κανέναν. Θυμάσαι την εποχή που υπηρετούσες στο χωριό μας. Ο πατέρας μου, που ήταν αριστερός, ήταν εκείνη την εποχή εξόριστος από την χούντα σε κάποιο ξερονήσι. Τον χειμώνα του 1969 που εσύ τα είχες με την Άννα ο πατέρας μου ήταν στην Λέρο εξόριστος και τα βάρη της οικογενείας τα είχα αναλάβει εγώ. Την βραδιά που προσπαθούσες ν' ανεβείς στο παράθυρο της ξαδέρφης για να βρεθείς με την Άννα εγώ σ' έβλεπα. Σ' είχα δει από νωρίς να κάνεις τις βόλτες σου αλλά δεν ήξερα ακόμη τι είχες σκοπό να κάνεις. Ο διάδρομος κάτω από το παράθυρο της ξαδέρφης της Άννας οδηγούσε στο σπίτι μου. Όταν σε είδα να κουβαλάς την σκάλα στο διάδρομο με τον φίλο σου, που ήταν γνωστός χαφιές της αστυνομίας, υπέθεσα πως ερχόσουν να κατασκοπεύσεις εμένα. Και αμέσως γέμισα την καραμπίνα του πατέρα μου με φυσίγγια που έχομε για τους λύκους, στήθηκα στο παράθυρό μου και σε σημάδευα. Δεν είχα δει ακόμη τα δυο κορίτσια στο παράθυρο. Και ετοιμαζόμουν να πατήσω την σκανδάλη αν είχες κάνει ακόμη ένα βήμα πιο μέσα. Εκείνη την στιγμή πήρα χαμπάρι τις κοπελιές και τι ετοιμαζόσουν να κάνεις. Την γλίτωσες για δευτερόλεπτα.”


Κωστής Ιούνης 2011

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Η Βεντέτα.


Η βεντέτα.
Η ιστορία ήταν παλιά. Κρατούσε χρόνια. Πάνω από τριάντα. Το πως ακριβώς ξεκίνησε δεν μαθεύτηκε ποτέ. Ούτε ποιος έκανε την αρχή πρώτος.
Γεγονός πάντως είναι πως όσο κρατούσε η ιστορία αυτή, όσο τραβούσε σε μάκρος, όλο και αγρίευε. Και κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, όλοι περίμεναν να δουν τι χειρότερο θ' ακολουθήσει.
Στην αρχή οι δυο οικογένειες δεν είχαν τίποτα να μοιράσουν..Ζούσαν ήσυχα στο ίδιο χωριό σαν και τους υπόλοιπους συγχωριανούς τους, στην ίδια εκκλησία πήγαιναν κάθε Κυριακή, το ίδιο σχολειό παρακολουθούσαν τα παιδιά τους που μεγάλωναν παρέα, στα ίδια πανηγύρια τους γάμους και τις χαρές γλεντούσαν και χόρευαν, και μαζί θρηνούσαν στον χαμό κάποιου κοινού φίλου.
Ξαφνικά, φαίνεται σαν να τους καβαλίκεψε όλους ο διάολος. Μικρούς και μεγάλους. Ένα μίσος μπήκε ανάμεσά στις δυο οικογένειες, που μεγάλωνε και θέριευε μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τους χώριζε και τους δηλητηρίαζε όλους.
Και η μια μεριά και η άλλη, έψαχνε να βρει αφορμή για να προκαλέσει και να κάμει ζημιά, ότι μπορούσε στους αντιπάλους. Πολλές φορές μάλιστα, δεν χρειαζόταν καν η αφορμή. Αρκούσε να συναντηθούν δυο μέλη των αντιπάλων οικογενειών στον δρόμο. Και αντί για καλημέρα, άρχιζαν αν ρίχνουν πλάγιες ματιές ο ένας στον άλλον, μια κουβέντα ο ένας, δυο ο άλλος και πάντα κατέληγαν να πιαστούν στα χέρια. Ή ν' αρπαχτούν από τα μαλλιά οι γυναίκες.
Λένε πως, όλα άρχισαν όταν, μια μέρα όπως περπατούσε στο δρόμο ο Κατσαρονικολής, δέχτηκε την επίθεση του σκύλου του Χαριτομανούσου. Ο σκύλος λένε, τον άρπαξε από το πίσω μέρος της βράκας του και του την έσκισε. Κι ο Νικολής εγύρισε και χτύπησε με την κατσούνα του τον σκύλο και τον εκούτσανε. Ο σκύλος δεν έγινε ποτέ του καλά. Εκούτσαινε μέχρι που ψόφησε αρκετά χρόνια αργότερα.
Την επομένη του τραυματισμού του σκύλου, ο Αντώνης, ο μικρότερος γυιος του Χαριτομανούσου, που αγαπούσε πολύ τον σκύλο τους, κρύφτηκε σε κάτι χαλάσματα κοντά στο σπίτι του Κατσαρονικολή και περίμενε την γυναίκα του την Ζαμπιά, που γύρναγε από την βρύση με την λαγήνα γεμάτη νερό στον ώμο της. Έβγαλε ο Αντώνης το λάστιχο από την κωλότσεπη, και με μια πέτρα εσημάδεψε την στάμνα. Το νερό που με κόπο είχε κουβαλήσει όλη την ανηφόρα από την βρύση η Ζαμπιά, την έλουσε ολόκληρη, και κομμάτια από την στάμνα την τραυμάτισαν στα πόδια. Το χειρότερο είναι πως η Ζαμπιά που ήταν ιδρωμένη και λαχανιασμένη από το φορτίο και την ανηφόρα, κρύωσε και την έπιασε πυρετός την άλλη μέρα. Χρειάστηκε να καλέσουν τον αγροτικό γιατρό από το διπλανό χωριό να την κάμει καλά, αφού έμεινε μια βδομάδα στο κρεββάτι. Και δεν μπορούσε να πάει και στις ελιές.
Από τότες κι ύστερα τα πράγματα άρχισαν χοντραίνουν και να μην ελέγχονται. Οι επιθέσεις των μελών της μιας οικογένειας εναντίον των μελών της άλλης άρχισαν να κλιμακώνονται και να ενισχύονται σε πάθος, ένταση και σφοδρότητα.
Στο σκολειό που πήγαιναν τα μικρότερα παιδιά, πάντα υπήρχε ένταση. Κάθε οικογένεια είχε την δική της ομάδα. Πάντα διάλεγαν νάναι αντίπαλοι. Για να μπορούν, την ώρα του παιγνιδιού που γινόταν στα διαλείμματα, να ρίχνουν και καμιά μουλωχτή κλωτσιά στον αντίπαλο. Πάντα στα κρυφά βέβαια. Γιατί μια φορά που τόλμησαν ν' αρπαχτούν στα φανερά και στα σοβαρά και τους πήρε χαμπάρι ο δάσκαλος, έσπασε δυο βίτσες στις ράχες τους.
Όταν βέβαια αντάμωναν μακρυά από την επικράτεια του δασκάλου, δεν έχαναν την ευκαιρία να πιαστούν στα χέρια ή ν' αρχίσουν τον πετροπόλεμο μεταξύ τους. Πολλές φορές είχαν γυρίσει στα σπίτια τους με τα κεφάλια σπασμένα και ματωμένα.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι μικρότεροι που φρόντιζαν για την διαιώνιση της βεντέτας. Οι μεγαλύτεροι και από την μια μεριά και από την άλλη έδειχναν τον ίδιο αν όχι μεγαλύτερο ζήλο. Οι προστριβές και οι τσακωμοί ήταν φαινόμενα καθημερινά, ιδιαίτερα σε μέρη που είχαν χωράφια που συνόρευαν. Ο ένας για παράδειγμα καθάριζε το χωράφι του και μάζευε τα κλαδιά που είχε για κάψιμο κοντά στα σύνορα με το χωράφι του άλλου. Κι όταν τους έβαζε φωτιά, έκαιγε και δυο κλαδιά από την ελιά του αντιπάλου.
Ο άλλος πάλι έβλεπε κάποια στιγμή τα πρόβατα των άλλων να βόσκουν αφύλαχτα στο χωράφι τους, τράβαγε και χάλαγε τους φράχτες και τα πρόβατα έβρισκαν την ευκαιρία να την κοπανήσουν και να προκαλέσουν ζημιά στο κτήμα ή το περιβόλι κάποιου τρίτου.
Οι μεγαλύτεροι και από τις δυο οικογένειες είχαν αρχίσει να γερνούν, οι μικρότεροι μεγάλωσαν κι έκαναν οικογένειες δικές τους, αλλά μυαλό κανείς τους δεν έβαζε. Το μίσος που ένιωθαν οι μεν για τους δε, δεν έλεγε να σβήσει. Αντίθετα, φρόντιζαν και οι δυο πλευρές να το συντηρούν και να το υποδαυλίζουν.
Κάποιοι χωριανοί, που είχαν λίγο μυαλό περισσότερο, φοβήθηκαν, όταν τα πράγματα άρχισαν να χοντραίνουν πολύ, πως η κατάσταση κινδύνευε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Πως μπορεί να έχομε και χειρότερα. Και σκέφτηκαν πως θάταν καλό να τους μονοιάσουν.
Δυο γεροντότεροι που ήταν κοινοί φίλοι και με τις δυο οικογένειες, το κουβέντιασαν, στην αρχή μεταξύ τους, και στην συνέχεια με τους γεροντότερους των δυο αντιπάλων οικογενειών.
Κάποια στιγμή κατάφεραν να τους πείσουν και να τους φέρουν σ' επαφή. Συμφώνησαν να δώσουν όλοι τα χέρια και να μονοιάσουνε. Καιρός ήταν πια. Σαν επισφράγιση της συμφωνίας και για νάρθουν ακόμη πιο κοντά οι δυο οικογένειες, αποφάσισαν να γίνουν συντέκνοι. Ο μεγαλύτερος εγγονός του Κατσαρονικολή, θα βάφτιζε το μικρότερο εγγονάκι του Χαριτομανούσου.
Ορίστηκε η μέρα της βάφτισης, μαζεύτηκαν και οι δυο οικογένειες στην εκκλησία μαζί με συγγενείς και φίλους, άρχισαν ν' ανταλλάσσουν μεταξύ τους, γυναίκες και άντρες, αγκαλιές, φιλιά και όρκους πως θα ξεχάσουν τα παλιά και θα ζουν αγαπημένοι και μονοιασμένοι από δω και πέρα και έγινε το μυστήριο.
Ο παππάς, που έλαμπε από χαρά για την συμφιλίωση, δεν ευλόγησε μόνο τον νεοφώτιστο και τον ανάδοχο μα και κάθε μέλος και των δύο οικογενειών.
Επακολούθησε ένα γλέντι που παρόμοιο δεν είχε ξαναγίνει στο χωριό. Κόντεψε να θυσιαστεί ολόκληρο το κοπάδι με τα αρνιά του Χαριτομανούσου στον βωμό της συμφιλίωσης. Το βαρέλι το παλιό κρασί που φύλαγε ο Χαριτομανούσος για την βάφτιση του εγγονού δεν έφτασε.
Τα ξημερώματα της επομένης της βάφτισης, όσοι στεκόντουσαν ακόμη στα πόδια τους και δεν είχαν πέσει αναίσθητοι από το πολύ κρασί, άρχισαν να παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής, τρεκλίζοντας καθένας για το σπίτι του.
Ο Γιώργης, ένας από τους εγγονούς του Κατσαρονικολή, 15 χρονών, δεν είχε πιει πολύ. Δεν τον άφησαν γιατί έπρεπε πρωί πρωί να πάει να βοηθήσει στο άρμεγμα του κοπαδιού του πατέρα του, και μετά να κουβαλήσει το γάλα με τα μουλάρια, από το μαντρί στο τυροκομείο. Εδώ που τα λέμε και ο ίδιος δεν είχε καθόλου την όρεξη και δεν συμμεριζόταν την χαρά των άλλων. Κάτι δεν του πήγαινε καλά μ' αυτήν την ξαφνική συμφιλίωση. Αυτός από τότε που γεννήθηκε είχε μεγαλώσει με την έχθρα ανάμεσα στις δυο οικογένειες και πάντα του ευχαριστιόταν με τις αντεγκλήσεις και τις προκλήσεις μεταξύ τους. Και τώρα ερχόντουσαν τα πάνω κάτω. Πήγαιναν να του τα χαλάσουν όλα.
Ανηφόριζε καβάλα στο μουλάρι για το βουνό, όταν είδε δίπλα στον δρόμο τον γάιδαρο του Χαριτομανούσου να βόσκει δεμένος στο χωράφι του.
Κατεβαίνει λοιπόν από το μουλάρι, μπαίνει στο χωράφι, πιάνει τον γάιδαρο και με το μαχαίρι του του κόβει και τα δυο αυτιά. Από τη ρίζα.



Κωστής. Ιούνης 2011

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Φεύγω.


Ξε-φεύγω

Ευτυχώς που βρέθηκε η ευκαιρία. Μια οικογενειακή υποχρέωση στην Κρήτη. Και με την ευκαιρία αυτή, θα ξεφύγω λιγάκι. Έστω για λίγες μόνο μέρες.
Για λίγες μέρες θα πάψω να παίρνω μέρος στο reality game που παίζεται αυτό τον καιρό στην Ελλάδα. Ένα παιγνίδι που τους κανόνες του τους ξέρει μόνο ο μεγάλος αδερφός που καθορίζει τις τύχες μας. Και που τον συντονισμό και την παρουσίασή του έχει αναθέσει σ' αυτό που ονομάζουμε Κυβέρνηση.
Της έχουνε δώσει όλα τα σύγχρονα όπλα της τρομοκράτησης, του εκφοβισμού, του βασανισμού, της εξαθλίωσης και του υπέρτατου εξευτελισμού της αξιοπρέπειας των υπηκόων της.
Τα ψέμματα και η προπαγάνδα είχαν αρχίσει πριν ακόμη έρθουν στην εξουσία. Με το περίφημο “λεφτά υπάρχουνε”. Και μετά συνεχίστηκε με μεθόδους βασανισμού δοκιμασμένες και πετυχημένες.
Το μαρτύριο της σταγόνας σε συνδυασμό με περισσότερα ψέματα. Σιγά σιγά άρχιζαν να μας ποτίζουν με δόσεις των προβλημάτων. Και των αναγκών που υπάρχουν να βοηθήσουμε όλοι μαζί να τα ξεπεράσουμε, μια που “όλοι μαζί τα φάγαμε”. Και ποιοί πληρώνουν για τις ανάγκες που υπάρχουν η που δημιούργησαν ; Ποιοί κλήθηκαν να πληρώσουν τα σπασμένα ; Εκείνοι, δυστυχώς, που συμβολή τους στην δημιουργία της κρίσης, ήταν η μικρότερη. Κι όσο πιο πολλή αφαίμαξη τους γίνεται, τόσο και απομακρύνεται η προοπτική της εξόδου από το λούκι. Και τόσο προσπαθούν να τους απομυζήσουν. Αν είναι δυνατόν να τους κόψουν και τον αέρα που αναπνέουν.
Η μέθοδος του καλού και του κακού στην ανάκριση, βοηθά και αυτή. Πάρα πολύ. Ξεκινάμε να διαρρέουμε στα πέριξ τον τρόμο της υποτίμησης, της πτώχευσης, της προοπτικής της επιστροφής στην δραχμή. Τρομοκρατούμε τον κόσμο και τον πανικοβάλλουμε σε σημείο που να μην ξέρει που να στραφεί να βρει λίγη ελπίδα. Κι ο απελπισμένος και απεγνωσμένος, την άλλη μέρα βλέπει να του φέρνουν την απλόχερη βοήθεια του ΔΝΤ με την περίφημε 5η δόση. Και είναι οι σωτήρες μας αυτοί που χθες μας έκλεβαν το σάλιο από το στόμα.
Η επιστημονική προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση είναι ένας άλλος δοκιμασμένος τρόπος εξαπάτησης. Εκατομμύρια λαών την έχουνε υποστεί στο παρελθόν, κάτω από καθεστώτα που νομίζαμε πως έχουνε πια εκλείψει για πάντα. Στρατιές κίτρινων κοντυλοφόρων έχουν επιστρατευτεί να την υπηρετούν. Θέλουν να λέγονται δημοσιογράφοι και κάνουν τα κόκαλα εκείνων που πραγματικά τίμησαν την δημοσιογραφία να τρίζουν. Και στα έντυπα μέσα τους διαβάζουμε και στα ηλεκτρονικά τους βλέπουμε και τους ακούμε να μας αναλύουν τις απόψεις τους. Να μεταδίδουν και να σχολιάζουν τα γεγονότα κατά πως τους έχουνε δασκαλέψει. Κι έχουν εκείνο το σοβαρό και πένθιμο, σαν Μεγάλη Παρασκευή, ύφος, όταν μας περιγράφουν πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Η μιλούν απαξιωτικά για το κίνημα των αγανακτισμένων που κατακλύζει την Ελλάδα. Δεν ξέρω πόσα γράμματα ξέρουνε ή μέχρι το πόσο έμαθαν να μετράνε. Γιατί από τα νούμερα που προσπαθούν να διαβάσουν από τα κείμενα που τους έχουν δώσει, πάντα λείπουν κάτι μηδενικά από το τέλος.
Είναι όμως όλοι τους καλοντυμένοι. Πάντα στην πέννα. Και τρέχουν από κάτω ταινίες που μας λένε που ντύνονται και που στολίζονται οι κύριοι αυτοί και οι κυρίες, με κουστούμια και ενδύματα που κοστίζουν όσο δυο χρόνια της σύνταξης που παίρνουν οι περισσότεροι από τους ταλαίπωρους υπηκόους και που πάνε και αυτήν τώρα να την κουτσουρέψουν κι άλλο.
Σε λίγο θ' αρχίσουν να μας λένε πως θα ξεκινήσει η επιδότηση της τελευταίας κατοικίας. Της οριστικής μας. Και πως όποιος φροντίσει να την αποκτήσει και να εγκατασταθεί σ' αυτήν σύντομα, θάχει πολλαπλά οφέλη. Γιατί εκεί σπρώχνουν τον κόσμο. Όλοι τους.
Θέλω να ξε-φύγω απ όλα αυτά. Από τις διαφημίσεις των ειδών πολυτελείας. Αλήθεια σε ποιό κοινό τις απευθύνουν ; Θα χορτάσει με τις διαφημίσεις εκείνος που μοιράζει το σουβλάκι στα δύο για να φάει και την άλλη μέρα και που τώρα το κατατάσσουν και αυτό στα είδη πολυτελείας με 23% ΦΠΑ και θα φτάσει τα 7 ευρώ; Και του πασάρουν τα ένθετα των εφημερίδων και των περιοδικών με διαφημίσεις ή διαφημιστικά ρεπορτάζ για την δημιουργία του τάδε επώνυμου σεφ; Που μόνο να περάσεις απ' έξω από χώρο που παρουσιάζει τις δημιουργίες και τύχει να μυρίσεις τις εμπνεύσεις του σε χρεώνουν 100 ευρώ το κεφάλι.
Σε ποιούς άραγε απευθύνουν τις διαφημίσεις των εξωτικών παραδείσων και των ονειρεμένων ξενοδοχείων και τους προτρέπουν ν' αδράξουν την ευκαιρία και να περάσουν εκεί τις διακοπές τους;
Θέλω να κλείσω τα μάτια μου και τ' αυτιά μου σε όλα. Έστω για λίγες μόνο μέρες. Δεν με αφορά και δεν θέλω να βλέπω ότι έχει σχέση με life-style. Δεν με αφορά που 100 άνθρωποι, πάντα οι ίδιοι, ανακυκλώνουν και ανακυκλώνονται τα τελευταία χρόνια και επαναλαμβάνει και αντιγράφει ο ένας τον άλλο παρουσιάζοντας στις σχετικές εκπομπές την ψευδαίσθηση και την εικονική πραγματικότητα του κόσμου τους.
Δεν με αφορά και δεν με συγκινεί στο κάτω κάτω η βλαχογκλαμουριά των γάμων ντόπιων περσόνων της τηλεόρασης και ξένων γαλαζοαίματων. Είτε σε απ' ευθείας συνδέσεις και αναμεταδόσεις, είτε σε επαναλήψεις.
Παρεμπιπτόντως τώρα άρχισαν να εμφανίζονται και τα εποχικά φρούτα. Μόλις ζέστανε λίγο ο καιρός, άρχισαν οι μεταδόσεις από τις πλαζ. Και μας παρουσιάζουν τους τόνους της κυτταρίτιδας σε δόσεις των 100 κιλών, στολισμένης με μπριγιάν, πάνω στις ξαπλώστρες των 50 ευρώ ημερησίως, από τις καθώς πρέπει πλάζ των νησιών των νεόπλουτων. Ποιός σου είπε αγάπη μου πως είναι της μόδας φέτος τα μπριγιάν με την κυτταρίτιδα; Αφού κουβαλάς τόσα άλλα πάνω σου τι τα θέλεις κι αυτά;
Θέλω να ξε-φύγω. Έστω για λίγες μέρες. Από τα κόμματα. ΟΛΑ. Που αφού δεν μπόρεσαν να καπελώσουν τους διαδηλωτές στο Σύνταγμα και αλλού, τεχνηέντως τους απαξιώνουν και προσπαθούν να τους υπονομεύσουν Και εκεί είναι όλη η ομορφιά των αγανακτισμένων. Που το κίνημά τους είναι ακηδεμόνευτο και αυθόρμητο. Και που δείχνει ακριβώς την αδυναμία των κομμάτων να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.
Το απολίθωμα της παραδοσιακής αριστεράς ζει στον κόσμο του. Λέει και υποστηρίζει τα ίδια πράγματα τα τελευταία εκατό χρόνια. Δεν έχουν πάρει ακόμη χαμπάρι πως ο κόσμος έχει αλλάξει και γυρίζει ανάποδα και με την βοήθεια την δική τους. Με την καπήλευση και το καπέλωμα κάθε μορφής αγώνα. Αντί να βγάλουν τις παρωπίδες τις κλείνουν περισσότερο.
Οι άλλοι πάλι αρέσκονται να προτρέπουν σε ανταρσία, ανυπακοή και αναρχία. Και έχουν χάσει κάθε ίχνος σεβασμού και αυτοσεβασμού. Αν τους ακούει κανείς και τους ακολουθεί, φαίνεται να συμμετέχει στην προσπάθεια που κάνουν να καταλυθεί το Κράτος. Και κάθε έννοια δικαίου.
Από την άλλη μεριά φαίνεται νάχουνε χάσει τον μπούσουλα. Προχωρούν αυτοσχεδιάζοντας. Κάθε μέρα, έχει το δικό της πρόγραμμα. Όλα είναι ρευστά. Ήξεις αφίξεις.
Και εναντίον και υπέρ του μνημονίου. Θέσεις ξεκάθαρες, πρόγραμμα πορείας δεν υπάρχει. Αυτά για κόμμα που φιλοδοξεί κάποτε να γίνει εξουσία.
Λίγο παραπέρα ο άλλος βρήκε τρόπο, με κορώνες ρητορικές, περίσσιο λαϊκισμό και ανευθυνότητα και σπέρνοντας το μίσος για οτιδήποτε δεν είναι Ελληνικό, να προσεταιριστεί πλήθος ταλαιπωρημένων και δυσαρεστημένων. Και έχει την αυταπάτη πως αυτό που κάνει είναι πολιτική.
Στον υπόλοιπο πολιτικό χώρο τώρα, στην κυβερνητική παράταξη και τους γύρω, φαίνεται σαν καθένας απ' αυτούς πατά κάθε πόδι σε διαφορετική βάρκα. Και αγωνίζονται να σταθούν όρθιοι. Λέγοντας φωναχτά για την αντίθεσή τους στα μέτρα και τα μνημόνια αλλά ψηφίζοντάς τα.
Και που οδηγούν όλα αυτά τον τόπο; Εκεί που του είναι γραμμένο. Στον πάτο.
Θέλω να ξε-φύγω. Έστω για λίγες μέρες. Να μη μου τριβελίζουν το μυαλό καθημερινά όλα αυτά. Να βρεθώ στο χωριό μου. Να περπατήσω ξανά, όσο ακόμη με βαστούν τα πόδια μου, πάνω στα βουνά της Κρήτης. Στις Μαδάρες των Λευκών Ορέων. Μπορεί ξανά να με περιμένει εκεί ο αετός από πέρυσι.
Θέλω να κάτσω να δροσιστώ στην βρύση του χωριού μου. Κάτω από τα πλατάνια. Ν' ακούσω πάλι τ' αηδόνια και τα κοτσύφια να κελαηδούν. Κι αν με πάρει ο ύπνος το μεσημέρι κάτω από τα πλατάνια, μπορεί νάρθει στ' όνειρό μου η νεράιδα να με πάρει στον κόσμο της.
Έστω για να γλιτώσω για λίγο από τούτον τον κόσμο.
Κωστής. Ιούνης 2011.
Υ.Γ. Θα μου λείψετε όλοι όσο θα λείπω. Μα θα σας σκέφτομαι όλους.


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Έμμετρες σκέψεις.



Ο διάολος δεν είχε δουλειά κι άρχισε να κάνει έμμετρες φωναχτές κι επικίνδυνες σκέψεις,

Ζητά τη συγνώμη, την συμπάθεια και την κατανόησή σας που το παραλήρημά του προσβάλει την ποίηση.

Πόθοι


Τον αετό παρακαλώ, μαζί του να με πάρει
Ψηλά για να πετάξουμε, να βρούμε το φεγγάρι..

 Και στο φεγγάρι σα βρεθώ αχτίδα θα διαλέξω
Που σου χρυσίζει τα μαλλιά, να την καβαλικέψω..

 Και να γλιστρήσω πάνω της, να 'ρθώ στην κάμαρά σου
έστω για μόνο μια βραδιά, για να βρεθώ κοντά σου

 Και το φεγγάρι το χλωμό να βλέπω να χαιδεύει..
τ' αγαλματένιο σου κορμί, τ' όνειρο να μερεύει

Πνοή ανέμου να γεννώ, γύρω σου να διπλώσω
να σε φιλήσω στο λαιμό, τα ρίγη σου να νιώσω..

Φιλιά αέρινα καυτά, να δώσω στο κορμί σου..
κι όσο κρατά το όνειρο, ν' αναλωθώ μαζί σου

Τους στεναγμούς σου φυλαχτό, μαζί μου να τους πάρω
να τους 'γροικώ κάθε στιγμή, μακρυά σου σα σαλπάρω...

Κωστής

Ιούνης 2011


Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης. (IΙ)


Ο όρκος


Κόρης φιλίν εζήτηξα κι' είπε μου να τση μνώξω(1)
Και μνώγω τση ΄ς τον ουρανό και λέει μου “Ψηλά ΄ναι”
Και μνώγω τση 'ς τη θάλασσα και λέει μου “Βαθυά 'ναι”
Και μνώγω τση ΄ς την εκκλησιά. “Πέτραις και ασβέστης είναι”
Και μνώγω τση 'ς το κόνισμα (2) “Τάβλα και σγουραφιά(3) 'ναι”
Και μνώγω τση 'ς τη νειότη μου, λέει μου “Ψεύτης είσαι”.


      1. να τση μνώξω = να της ορκιστώ. Μνώγω = ορκίζομαι. Από το αρχαίο όμνυμι και ομνύω.
      2. Κόνισμα = το εικόνισμα
      3. σγουραφιά = ζωγραφιά.


Κωστής.
Ιούνης 2011

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης. (Ι)



Όταν σταματά να δουλεύει από μόνο του το ακατοίκητό μου, όπως έλεγε και η αξέχαστη Μαλβίνα Κάραλη, θα αναρτώ εδώ από ένα παλιό δημοτικό τραγούδι, από τα “ριζίτικα” της Κρήτης.
Ριζίτικα λέγονται τα τραγούδια που τραγουδιούνται ακόμη στους πρόποδες, στις ρίζες των Λευκών Ορέων.
Τα τραγούδια είναι παρμένα από το βιβλίο :
ΠΛΗΡΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΩΔΩΝ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΥΠΟ
ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΚΡΙΑΡΗ
Βα ΕΚΔΟΣΙΣ
Εκδ. Α΄Εν Χανίοις 1909
Εκδ. Β΄Εν Αθήναις 1920.


Σημ. Πολύ θάθελα να μπορούσα να χρησιμοποιήσω τα σημεία στίξεως και το πολυτονικό σύστημα γραφής του συγγραφέα. Δύσκολο όμως. Κωστής.

Πόθος του αντρειωμένου χάριν της αγάπης του.

Νά ΄χεν η γής πατήματα κι' ο ουρανός κερκέλια(1)
να πάθιουν τα πατήματα να 'πιανα τα κερκέλια
ν' ανέβαινα 'ς τον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω
να δώσω σείσμα τ' ουρανού να βγάλη μαύρα νέφη
να βρέξη χιόνι και νερό κι' αμάλαγο(2) χρουσάφι
το χιόν' να ρίξη 'ς τα βουνά και το νερό 'ς τσοι κάμπους
'Σ την πόρτα τση πολυαγαπώς τ' αμάλαγο χρουσάφι.

      1. Κερκέλια = κρίκοι, χαλκάδες.
      2. Αμάλαγο = καθαρό, αμόλυντο.

Κωστής.

Ιούνης 2011

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Απορίες.



Όταν ξεκίνησα να γράφω ιστορίες μου σ' αυτό το blog, είχα σκοπό να γράψω ιστορίες που έζησα, μου διηγήθηκαν ή που φαντάστηκα. Ιστορίες αληθινές η φανταστικές και ιστορίες που μπορεί να μας κάνουν να γελάμε ή να λυπούμαστε. Ιστορίες επίσης που μπορεί να μας κάνουν να θυμώνουμε ή που μας εξαγριώνουν που κάποτε συνέβησαν.
Τα γεγονότα όμως που συμβαίνουν γύρω μας πολλές φορές μας ξεπερνούν και η πραγματικότητα μπορεί να είναι πιο άγρια και πιο εφιαλτική από την πιο οργιώδη φαντασία.
Όλοι μας παρακολουθούμε αυτές τις μέρες τις συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων συμπολιτών μας στο Σύνταγμα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Προχθές το βράδυ,συγκεντρωμένοι στις εξόδους της Βουλής συμπολίτες μας, διαμαρτυρόντουσαν ειρηνικά, όπως άλλωστε γίνεται καθημερινά. Οι εθνοπατέρες όμως που έχουν ευαίσθητα ώτα και επί πλέον φοβούνται περισσότερο από εμάς για την σωματική τους ακεραιότητα, με την βοήθεια των προσωπικών τους και άλλων φρουρών, προτίμησαν άλλη έξοδο από την Βουλή, για να μην έρθουν σ' επαφή με τους διαδηλωτές. Από εκεί και ύστερα αρχίζει η παραπληροφόρηση και οι δηλώσεις κατά πως συμφέρει τον καθένα. Και οι μεγαλοδημοσιογράφοι από τα παράθυρα της TV κάνανε καθένας την δική του ανάλυση, κατά πως συμφέρει τ' αφεντικά τους και όλους εκείνους που τους δίνουν γραμμή και τους λένε τι να μας πουν. Επειδή, εγώ προσωπικά, έχω κλειστά τ' αυτιά μου, στα όσα λένε και αναλύουν και προτιμώ να βγάζω τα δικά μου συμπεράσματα για το τι συμβαίνει στον ταλαίπωρο αυτό τόπο, δεν έδωσα και μεγάλη σημασία στα όσα λέγανε, όπως κάνω συνήθως.
Εκείνο που με τρόμαξε όμως ήταν οι δηλώσεις και εξηγήσεις των πολιτικών μας που προσπάθησε καθένας να δώσει την δική του εξήγηση. Πιο πολύ απ΄όλα με τρόμαξαν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού.
Διαβάζω σήμερα στην έντυπη (4η σελίδα /πολιτική) και στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας City Press αποσπάσματα από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού :
....”όσοι διαδηλώνουν στις πλατείες απευθύνονται σε εθνικά συστήματα δημοκρατίας, τα οποία είναι αδύναμα και αιχμάλωτα μιας παγκόσμιας εξουσίας”, προσθέτοντας ότι “απαιτείται μια δημοκρατική και ενημερωμένη παγκόσμια διακυβέρνηση, καθώς και ριζική αναμόρφωση της δημοκρατίας, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο”. (Η υπογράμμιση δική μου).
Προσπαθώ να βγάλω νόημα. Είναι γνωστό πως τα Ελληνικά δεν είναι η μητρική γλώσσα του πρωθυπουργού μας. Όταν προσπαθείς να πεις στα Ελληνικά ότι σκέφτεσαι ή ότι σου γράφουν στα Εγγλέζικα, κάπου δεν θα βγαίνει νόημα.
Τώρα τα ερωτήματα που με τρομάζουν είναι:
  • Από πότε χρειαζόμαστε “παγκόσμια διακυβέρνηση” ;
  • Δεν είμαστε άξιοι να κυβερνηθούμε μοναχοί μας ;
  • Πώς οραματίζεται ο πρωθυπουργός την “ριζική αναμόρφωση της δημοκρατίας” ;
  • Από πού μέχρι πού εκτείνεται το εθνικό και από πού μέχρι πού το περιφερειακό επίπεδο ;
Όταν πριν μερικά χρόνια είχε αρχίσει να γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση (globalization), όλοι μιλούσαν για παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και την ελεύθερη διακίνηση των αγαθών. Τα σενάρια τα κρατούσαν ακόμη κρυφά. Κανείς δεν μιλούσε για τις βλέψεις και τα πλάνα της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank), του ΔΝΤ και των μεγάλων Ευρωπαίων Τραπεζιτών. Κανείς δεν μιλούσε ανοιχτά για παγκόσμιο κυβερνητήριο των ισχυρών που είναι υπεράνω των εκλεγμένων κυβερνήσεων και που φροντίζουν να εκλέγονται κυβερνήσεις/όργανα αυτού του μυστικού κυβερνείου. Απέφευγαν να μιλήσουν ανοιχτά για τα clubs και τις λέσχες των ισχυρών που συνέρχονται κατά καιρούς είτε φανερά είτε μυστικά, και στα οποία είναι μέλη ή προσκαλούνται να συμμετάσχουν πολιτικοί μας.
Όποιος τολμούσε να εναντιωθεί στην παγκοσμιοποίηση, αναθεματιζόταν και τον έριχναν σαν αιρετικό στην πυρά. Τώρα φαίνεται πως πέφτουν τα προσωπεία. Σταμάτησαν να μιλούν συγκεκαλυμμένα. Μας λένε φανερά και χωρίς ντροπή τι σημαίνει ο όρος.
Αποκαλύφθηκαν οι μυστικές επαφές και τα σχέδια για να οδηγηθούμε στην μέγγενη του ΔΝΤ. Οι λογοκριμένες συνεντεύξεις των Ευρωπαίων συνομιλητών του πρωθυπουργού για το πως θα καταλήγαμε από το περίφημο “λεφτά υπάρχουν” στο σημερινό μας κατάντημα και την εξαθλίωση των ασθενέστερων, έγιναν γνωστές.
Η τρομοκράτηση του κόσμου με επικοινωνιακές μεθόδους και προπαγάνδα που θυμίζουν άλλες εποχές είναι στο φόρτε της.
Δεν μας εξήγησε ποτέ η κυβέρνηση ποιος ή ποιοι μας ζήτησαν να τους πουλήσουμε την Ακρόπολη και τα νησιά μας. Μας είπαν όμως πως εμείς δεν τα πουλάμε με οποιοδήποτε αντίτιμο. Θα τα υπερασπιστούμε με το αίμα μας.
Βάσει ποιου σχεδίου κυβερνά η κυβέρνηση. Από ποια κέντρα παίρνει οδηγίες και ποιανού τις εντολές ακολουθεί. Δεν μας τα λέει κανείς αυτά.
...................................................................................................................................................................
Δεν μ' αρέσουν οι συνομωσιολογίες. Απλά προσπαθώ να καταλάβω τι κρύβεται πίσω από τα μισόλογα και τις λέξεις που ξεφεύγουν ή λέγονται επίτηδες από τα διάφορα επίσημα χείλη. Άλλες φορές τα καταφέρνω να βγάζω νόημα και άλλες πάλι όχι. Και μου δημιουργούνται απορίες που θέλω να μου τις λύσουν. Δεν μ' αρέσουν οι προοπτικές που βλέπω να δημιουργούνται για το μέλλον. Για τον εφιαλτικό κόσμο που πάνε να φτιάξουν για τα παιδιά μας. Με τρομάζει και με αγριεύει ο κόσμος αυτός.
Τα πλάνα των μεγάλων και τα εφιαλτικά σχέδια που καταστρώνουν για την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού νότου τα διάφορα κέντρα αποφάσεων, αναλύονται χρόνια τώρα από τον BobChapman. Διαβάστε ένα σχετικό άρθρο του που γράφτηκε στις 8 του Μάη του 2010, για την Ελληνική και όχι μόνο τραγωδία, κάνοντας click πάνω στ' όνομά του. Κι έχει γράψει και άλλα σχετικά και πριν και μετά.
Το 1979, κάτι Άγγλοι δημοσιογράφοι, κάνανε μια έρευνα για λογαριασμό της τηλεόρασης, σχετικά με τις εξαφανίσεις εγκεφάλων/επιστημόνων από την Αγγλία. Παίχθηκε μόνο το πρώτο επεισόδιο της σειράς στην Αγγλία. Μετά οι παραγωγοί το αποκήρυξαν και παίχθηκε ολόκληρη η σειρά στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία. Απαγορεύτηκε σε άλλες χώρες. Οι δημοσιογράφοι προσπάθησαν να κυκλοφορήσουν σαν βιβλίο με χίλια βάσανα και αφού έκαναν αρκετούς συμβιβασμούς οι οποίοι και αναφέρονται στο βιβλίο. Είναι το Alternative003” της Leslie Watkins, το οποίο έχει απαγορευτεί να κυκλοφορήσει στην Αμερική. Στην Ελλάδα μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Κονιδάρης”, με τον τίτλο “ΕναλλακτικήΛύση 3”. Αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε αν το βρείτε.
Κωστής. 2 Ιουνίου 2011

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Ο μπάρμπα-Σπύρος


Αν με ρωτήσετε να σας πω αν ο μπάρμπα-Σπύρος υπήρξε ευτυχισμένος στην ζωή του, δεν θα μπορέσω να σας απαντήσω με σιγουριά. Το βέβαιο όμως είναι πως ο μπάρμπα-Σπύρος την ζωή την έφαγε με το κουτάλι. Πέρασε πολλά.
Την μισή του ζωή την πέρασε σε πολέμους. Ξεκίνησε από 15 χρονών τότε που υπήρχαν ακόμη στην Κρήτη οι Τούρκοι, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες μέχρι να εγκατασταθεί στο νησί ένα καθεστώς ημιαυτονομίας, πήρε μέρος στα αντάρτικα σώματα που πήγαν να πολεμήσουν στην Μακεδονία, μετά πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, στην Μικρασία, μέχρι και στον Σαγγάριο έφτασε.
Όταν τελείωσαν οι πόλεμοι, μετά την Μικρασιατική καταστροφή του '22, ο μπάρμπα-Σπύρος, δεν είχε τι να κάνει. Επέστρεψε στο χωριό και δεν τον χώραγε ο τόπος. Αυτός το μόνο που είχε μάθει από μικρός ήταν να κουβαλά όπλα και να πολεμά.
Εκείνη την εποχή όμως που έφευγαν, καραβιές ολόκληρες οι μετανάστες να πάνε να βοηθήσουνε να γιγαντωθεί η Αμερική, κάποιος άλλος χωριανός του πρότεινε να πάνε κι αυτοί μήπως βρούνε καλύτερη τύχη. Και έτσι ξενητεύτηκε ο μπάρμπα-Σπύρος. Πέρασε από το νησί Έλλις κι αυτός, και κάποια στιγμή βρέθηκε να σκάβει το κάρβουνο στις γαλαρίες της Πενσυλβάνια. Η σκόνη από το κάρβουνο όμως τον ενοχλούσε. Είχε μάθει όλη του τη ζωή να ζει έξω. Στο ύπαιθρο. Και παράτησε τις γαλαρίες και άρχισε να σκάβει τα βουνά και να στρώνει σιδηροδρομικές γραμμές κάπου στις βορειοδυτικές πολιτείες. Δεν τον ένοιαζε που όλοι οι υπόλοιποι εργάτες που δούλευαν μαζί του, πλάι του, ήταν όλοι κινέζοι και δεν είχε με ποιόν να πει μια κουβέντα.
Δούλεψε σκληρά. Πάντα υπήρχε δουλειά στην Αμερική. Ξεκίνησε και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, άνοιξαν τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας και τα εργατικά χέρια ήταν περιζήτητα.
Τελείωσε ο πόλεμος και ο Σπύρος συνέχιζε να δουλεύει όπου μπορούσε να βρει δουλειά. Εργατικός ήταν, άντεχε τις βαρειές δουλειές και δεν τον χτύπησε αυτόν η ανεργία. Μάζευε όσα δολάρια του περίσσευαν, έστελνε πότε πότε και μερικά πίσω στην Κρήτη που έπιαναν τόπο γιατί βοήθησε και τους γονείς του όσο ζούσαν, παντρευτήκανε και οι αδερφές του, κάνανε οικογένειες και είχαν ανάγκες. Πολλά λεφτά δεν κατάφερε να μαζέψει. Άλλοι μπορεί να πρόκοψαν και νάκαναν περιουσίες στην Αμερική αλλά αυτός δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Ένα μικρό κομπόδεμα και μια μικρή σύνταξη που του έφτανε δεν του έφτανε για να ζήσει. Οικογένεια δεν έκανε ο ίδιος. Μοναχός του είχε φύγει για την Αμερική και μοναχός του γύρισε ύστερα από χρόνια πίσω, όταν ήταν πάνω από ογδόντα χρονών. Σκέφτηκε πως τα δολάριά του θάπιαναν περισσότερο τόπο πίσω στην πατρίδα. Θα μπορούσε να ζει πιο άνετα.
Ο Σπύρος είχε φύγει για την Αμερική έχοντας στον νου του μια εικόνα του χωριού και των ανθρώπων που άφησε πίσω του, όπως ήταν την εποχή που έφυγε. Όσο και να τον ενημέρωναν τα αραιά γράμματα που λάβαινε για τις αλλαγές στο χωριό και την οικογένεια που είχε αφήσει, η εικόνα αυτή δεν άλλαζε. Και τώρα που γύρισε στο χωριό τα πράγματα δεν ήταν όπως τα είχε αφήσει. Γνωστοί, φίλοι, συγγενείς και συνομήλικοι είχαν φύγει για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, από την οικογένειά του ζούσαν ακόμη δυο γεροντοκόρες εγγονές της αδερφής του, ηλικίας κάπου ανάμεσα στα πενήντα και τα εξήντα, οι υπόλοιποι συγγενείς είτε είχαν αποδημήσει, είτε είχαν φροντίσει ν' αναζητήσουν αλλού καλύτερη τύχη και ζωή.
Το σπίτι του το πατρικό, ερείπιο πια, μόλις που έστεκε. Με τα λίγα χρήματα που είχε φέρει, έκανε μερικές απαραίτητες επισκευές για να μπορεί να μείνει κάπως ανθρώπινα. Η σύνταξη που ερχόταν ταχτικά από την Αμερική του επέτρεπε να ζει άνετα στο χωριό, οι ανάγκες του οι προσωπικές ήταν έτσι κι αλλιώς λιγοστές, και είχε την άνεση να κερνά κανένα τσίπουρο τους συγχωριανούς του στο καφενείο. Βοηθούσε και τις ανιψιές του κάπως, πληρώνοντας καμιά φορά τα βερεσέδια τους στον μπακάλη. Αυτές πάντως τον αγαπούσαν πολύ. Όσο και να μην τους έφερε τα περίσσια δώρα από την Αμερική, τον πρόσεχαν, του μαγείρευαν τον έπλεναν και τον καθάριζαν σαν νάταν πατέρας τους. Πάντα έβγαινε στο καφενείο με το σακάκι του το αμερικάνικο καθαρό και το πουκάμισο πάντα σιδερωμένο.
Περάσανε μερικά χρόνια ακόμη, οι άνθρωποι όλο και αραίωναν και ο Σπύρος κόντευε πια 90 χρονών. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν καλά και όλο και περισσότερο είχε ανάγκη το μπαστουνάκι του για να μπορεί να σέρνεται σιγά σιγά ως το καφενείο.
Όμως η μεγαλύτερη από τις δυο ανιψιές του, αρρώστησε από πνευμονία ξαφνικά τον περασμένο χειμώνα και δεν μπόρεσε να την ξεπεράσει. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες πάει, χάθηκε κι αυτή.
Ο μπάρμπα-Σπύρος ήταν απαρηγόρητος. Δεν μπορούσε ν' ανεβεί την ανηφορίτσα από την εκκλησία που την έψαλλαν ως το νεκροταφείο. Ακουμπισμένος στον τοίχο της εκκλησίας περίμενε κλαίγοντας αυτούς που την είχαν συνοδεύσει στον τάφο της να γυρίσουν. Ούτε στο δρόμο της επιστροφής για το σπιτάκι του είχε ηρεμήσει.
-Μην κάνεις έτσι μπάρμπα-Σπύρο, τούλεγαν για να τον παρηγορήσουν. Έχεις την ανιψιά σου την Ελένη να σου παρασταθεί.
-Κι άμα ποθάνει κι αυτή μωρέ εγώ ίντα θ΄ απογίνω, απάντησε.


Κωστής.
Ιούνης 2011